Affichage des articles dont le libellé est άρθρα. Afficher tous les articles
Affichage des articles dont le libellé est άρθρα. Afficher tous les articles

25/10/2013

Θεός και σκουπιδάκι: Όσα μου έμαθε η μανιοκατάθλιψη (μια προσωπική μαρτυρία)

Είμαι μανιοκαταθλιπτική. Γράφω αυτό το κείμενο για να βοηθήσω κάποιον άλλον σε αντίστοιχη κατάσταση. Να του πω: Μπορεί τώρα τίποτα να μη σου δίνει χαρά και ο θάνατος να μοιάζει η μόνη λύση. Όλο αυτό όμως θα περάσει. 

της Αριάδνης Λουκάκου



Η Kay Redfield Jamison είναι καθηγήτρια ψυχιατρικής στο Johns Hopkins School of Medicine, αναγνωρισμένη παγκοσμίως αυθεντία σε θέματα μανιοκατάθλιψης και μανιοκαταθλιπτική η ίδια. Το βιβλίο της «An Unquiet Mind» είναι μια συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία της δικής της μάχης με τη μανιοκατάθλιψη. «Διατηρώ πολύ σοβαρές επιφυλάξεις για το αν μπορεί κανείς να κατανοήσει πραγματικά αυτή την ασθένεια, αν δεν υποφέρει ο ίδιος από αυτή», γράφει.

Εγώ νομίζω ότι μπορώ να την κατανοήσω. Είμαι μανιοκαταθλιπτική. Βέβαια, τώρα πια, δεν χρησιμοποιούν τον όρο μανιοκατάθλιψη. Έχει αντικατασταθεί με τον λιγότερο τρομακτικό (και ίσως περισσότερο ακριβή) όρο διπολική διαταραχή (bipolar disorder). Πρόκειται για μια ψυχική διαταραχή που επηρεάζει τη διάθεση. Επηρεάζει τη ζωή σου και αυτή των γύρω σου, επηρεάζει τις σχέσεις σου, τη δουλειά σου, το σώμα σου, την υγεία σου. Απειλεί τη ζωή σου. Η μανιοκατάθλιψη είναι από τις ασθένειες με τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας στις νεαρές ηλικίες παγκοσμίως. Αυτοκτονίες όταν είσαι down, ατυχήματα όταν είσαι high.

«Η βοήθεια που θα λάβεις και η επικοινωνία που θα έχεις με τον θεραπευτή σου, είτε αυτός είναι γιατρός είτε ψυχοθεραπευτής, είναι πάρα πολύ σημαντική. Μπορεί να σε σώσει, αλλά μπορεί και να σε καταστρέψει». 

Τα καλά νέα είναι ότι αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά. Μπορείς να ζήσεις μια απόλυτα φυσιολογική ζωή, αρκεί να παίρνεις τα φάρμακά σου. Χωρίς σοβαρές παρενέργειες σημειωτέον. Τα κακά νέα είναι ότι πολλές φορές δεν θες να την αντιμετωπίσεις φαρμακευτικά. Για την ακρίβεια, όχι απλώς δεν θες, θες –αντίθετα– να κρυφτείς από αυτούς που σε καταλαβαίνουν και να τη ζήσεις ως το τέλος. Να την επιτείνεις. Τη μανία. Θες κι άλλο, θες λίγο ακόμα. Εγώ, όσες φορές έχω πάθει μανία, έχω τσακωθεί με όλο μου το περιβάλλον, γιατί αισθάνομαι ότι είμαι καλά, πολύ καλά, πάρα πολύ καλά, ότι το ελέγχω απόλυτα και αρνούμαι να πάρω τηλέφωνο το γιατρό μου ή να πάρω τα φάρμακά μου. Το συναίσθημα είναι υπέροχο, είναι μαγικό και δεν υπάρχει κανένα ναρκωτικό η επίδραση του οποίου να είναι έστω και κοντινή σε αυτό. Στην αρχή νιώθεις ευφορία, εγρήγορση, αισιοδοξία. Νιώθεις γεμάτος ενέργεια και χρειάζεσαι πολύ λιγότερες ώρες ύπνου, ενώ καταπιάνεσαι επιτυχώς με πολλά διαφορετικά πράγματα ταυτόχρονα. Το μυαλό σου τρέχει γρήγορα, όλα σου φαίνονται εύκολα, ενθουσιάζεσαι με τα πάντα, είσαι δημιουργικός, ευχάριστος, φλερτάρεις και μιλάς πολύ. Μέχρι εδώ όλα καλά. Αργά ή γρήγορα όμως, το κοντέρ πιάνει τα 200 και τα φρένα σπάνε. Και αφού κάνεις πράγματα επικίνδυνα, αφού πληγώσεις ανθρώπους που αγαπάς, καταστρέψεις σχέσεις, δουλειές κτλ, ξαφνικά κρασάρεις. Και σκέφτεσαι όλα αυτά που έλεγες και έκανες τότε που νόμιζες ότι είσαι θεός και τώρα νιώθεις ακριβώς το αντίθετο. Ένα σκουπιδάκι.

Όταν αρχίζει η κατάθλιψη ζητάω αμέσως βοήθεια. Όπως λέγαμε με μια φίλη που τραβάει τα ίδια, η κατάθλιψη της μανιοκατάθλιψης είναι άλλη πίστα. Τα αντικαταθλιπτικά δεν κάνουν τίποτα απολύτως. Ο καθένας τα βιώνει διαφορετικά αυτά τα πράγματα. Εγώ, σε περιόδους βαριάς κατάθλιψης, είμαι σχεδόν νεκρή. Κουλουριασμένη στο κρεββάτι, δεν τρώω, δεν κοιμάμαι παρά μόνο με ηρεμιστικά, φοβάμαι τα πάντα, φοβάμαι τον κόσμο, φοβάμαι να βγω έξω, πονάει όλο μου το σώμα, έχω τύψεις και ντρέπομαι για όλα, νιώθω άσχημη και χαζή. Η πλάκα είναι ότι όντως «χαζεύω». Το μυαλό μου κινείται αργά και οι σκέψεις μου μπλέκονται σε έναν ατέρμονο αρνητισμό που με αποτρέπει από τα πάντα. Η δημιουργικότητά μου χάνεται. Η πιο απλή κίνηση, η πιο απλή πράξη, γίνεται βουνό. Τίποτα δεν μου δίνει χαρά. Ο θάνατος μοιάζει η μόνη λύση. Ο βασικός λόγος που γράφω αυτό το κείμενο είναι για να βοηθήσω κάποιον άλλο, έστω και έναν, που βρίσκεται σε αντίστοιχη κατάσταση και να του πω κάτι πολύ απλό, αλλά πολύ σημαντικό. Θα περάσει. Πάντα περνάει.

Η μανιοκατάθλιψη είναι ύπουλη –μπορεί να κρυφτεί για ένα μεγάλο διάστημα και μετά να έρθει πάλι καβάλα στο άλογο. Στην πραγματικότητα δεν φεύγει ποτέ, απλώς κάνει κύκλους. Είναι χρόνια ασθένεια. Συνήθως εμφανίζεται λίγο πριν ή λίγο μετά τα 30, αν και μερικές φορές μπορεί να εμφανιστεί στην εφηβεία ή σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία. Λένε, ότι μετά τα 50 αρχίζει να υποχωρεί και κάποια στιγμή φεύγει, μαζί με τη νεότητα. Πάντως, η θεραπεία δεν είναι για ένα διάστημα, αλλά για πάντα. Φυσικά προσαρμόζεται, είσαι καλύτερα μειώνεις τη δόση, είσαι χειρότερα παίρνεις κάτι ακόμα.

Πρέπει να έχεις έναν πάρα πολύ καλό γιατρό (ψυχίατρο, όχι ψυχολόγο) που να τον εμπιστεύεσαι απόλυτα και να μπορείς να του λες τα πάντα. Πολύ βασικό. Πρέπει να είσαι σε επικοινωνία, όχι συνεχή, αλλά σταθερή. Μπορεί να μην τον έχεις δει για δύο μήνες, αλλά αν ένα βράδυ δεν κοιμηθείς καθόλου, (μανία), πρέπει να τον πάρεις κατευθείαν τηλέφωνο. Έχεις πάντα το κινητό του κι ας μην το χρησιμοποιήσεις ποτέ. (Θα το χρησιμοποιήσεις). Συνήθως παίρνεις ένα κοκτέιλ φαρμάκων, αφού το αντικαταθλιπτικό σε ανεβάζει και μπορεί να σου προκαλέσει μανία κι αυτό που σε ηρεμεί μπορεί να σε ρίξει στην κατάθλιψη.

«Αν μου έλεγε κανείς ότι θα μπορούσα να ζήσω τη ζωή μου, από τα 26 μου μέχρι σήμερα χωρίς να έχω αρρωστήσει, θα το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά. Γιατί, ενώ υπέφερα πολύ, έγινα καλύτερος άνθρωπος. Νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το ”ταξίδι”». 

Ο τελευταίος μου γιατρός, ο τρίτος στη σειρά, είναι κορυφαίος. Την πρώτη φορά που πήγα, high as a kite, μου έδωσε μια σειρά από φάρμακα. Αν θυμάμαι καλά, έπρεπε να παίρνω έξι διαφορετικά χάπια μέσα στη διάρκεια της μέρας. Εγώ σιχαίνομαι τα φάρμακα, δεν παίρνω ούτε ασπιρίνη. Φρίκαρα. Άλλωστε ήμουν ήδη φρικαρισμένη, άυπνη επί μέρες, πτώμα και τσακωμένη με το σύμπαν. Του λέω: «Τόσα πολλά;» και μου απαντάει ατάραχος: «Πώς φαίνεται ότι δεν ξέρεις να μαγειρεύεις». «Ξέρω!», αναφώνησα προσβεβλημένη, γιατί όταν είσαι χάι τα ξέρεις όλα. «Ωραία», μου λέει. «Και πώς κάνεις το βραστό; Ρίχνεις το κρέας στο νερό και το αφήνεις να βράσει; Δεν θα βάλεις κρεμμυδάκι; Πατατούλα, καρότο; Καρυκεύματα;». Με έπεισε, με ηρέμησε και ξεκίνησα να τα κουμπώνω. Ένιωσα αμέσως καλύτερα. Τώρα, ένα χρόνο μετά, παίρνω το ένα δέκατο από αυτά που μου έδωσε τότε και θα συνεχίσω να το παίρνω μέχρι να μου πει να το αλλάξω. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα. Νιώθω μια χαρά. Κανονική. Όπως πριν αρρωστήσω. Στεναχωριέμαι, χαίρομαι, πέφτω, ανεβαίνω, όπως όλοι. Όταν υποστώ ένα σοκ, κλονίζομαι. Όπως όλοι. Το εκκρεμές μου σταμάτησε να γυρνάει σαν τρελό, διανύει τώρα τη σωστή απόσταση. Μετά από 12 χρόνια φριχτής ταλαιπωρίας, νιώθω επιτέλους αισιόδοξη. Νομίζω ότι είμαι σε καλό δρόμο.

Μέχρι να φτάσω σ’ αυτό το σημείο, έχω αλλάξει τρεις ψυχιάτρους και τρεις ψυχολόγους. Η πρώτη μου ψυχολόγος ήταν μια πανάκριβη κυρία μεγάλης ηλικίας γαλλοσπουδασμένη και υπέρμαχος της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας. Επί δύο χρόνια προσπαθούσε να με πείσει ότι δεν έχω τίποτα, εκτός από ένα φουσκωμένο εγώ, που θέλει να τραβάει την προσοχή. Μάταια της έλεγα ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω από την κατάθλιψη, ότι δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ότι υπάρχει αυτή η ασθένεια στην ευρύτερη οικογένειά μου. Ήταν ανένδοτη. Δεν ήθελε να πάρω φάρμακα και ψάχναμε μαζί στα όνειρά μου και στην παιδική μου ηλικία για μια λύση. Δυστυχώς γι’ αυτήν, είχα την τύχη να έχω μια πάρα πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Αφού είδα και απόειδα, σταμάτησα να πηγαίνω. Έχασα δύο χρόνια από τη ζωή μου και πάρα πολλά λεφτά. Τον δεύτερο ψυχίατρο, στον οποίο πήγα για ένα χρόνο, κανονικά θα έπρεπε να τον καταγγείλω στον ιατρικό σύλλογο. Θέλω να πω με αυτά, ότι η βοήθεια που θα λάβεις και η επικοινωνία που θα έχεις με τον θεραπευτή σου, είτε αυτός είναι γιατρός είτε ψυχοθεραπευτής, είναι πάρα πολύ σημαντική. Μπορεί να σε σώσει, αλλά μπορεί και να σε καταστρέψει. Ο ψυχίατρος είναι υποχρεωτικός. Ο ψυχολόγος προαιρετικός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι λιγότερο σημαντικός. Όμως, η φαρμακευτική αγωγή είναι απαραίτητη.

«Δεν φοβάμαι πια, ούτε ντρέπομαι. Έμαθα επιτέλους ότι δεν είμαι ούτε θεός, ούτε σκουπιδάκι. Είμαι εγώ και όταν νιώθω χαρούμενη και δυνατή, και όταν νιώθω αδύναμη και θλιμμένη». 

Η μανιοκατάθλιψη είναι πολύ δύσκολη στη διάγνωση, παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές, έχει πολλά διαφορετικά συμπτώματα, τρομερές διαβαθμίσεις και δεν υπάρχει κάποια εξέταση αιματολογική, εγκεφαλογράφημα κτλ που να μπορεί να την εντοπίσει. Συχνά θεωρούν ότι έχεις κατάθλιψη και σου δίνουν αντικαταθλιπτικά, τα οποία σε πετάνε στον αέρα. Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους με το ίδιο πρόβλημα. Κανένας μας δεν έχει ακριβώς τα ίδια συμπτώματα. Άλλοι έχουν πιο έντονες μανίες και άλλοι πιο βαριές καταθλίψεις. Κάποιοι είναι ικανοί να πετάξουν μια ολόκληρη περιουσία σε μια βραδιά στο καζίνο και άλλοι μπορούν να κλειστούν επί μια εβδομάδα σπίτι τους χωρίς φαγητό και ύπνο γράφοντας ή ζωγραφίζοντας, μέχρι να ξεπεράσουν τα όριά τους και να καταρρεύσουν. Στην κατάθλιψη, κάποιοι κλαίνε όλη μέρα, δεν τρώνε και δεν κοιμούνται, ενώ άλλοι κοιμούνται ατέλειωτες ώρες και τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους. Περιττό να πω ότι αυτές οι ακραίες διακυμάνσεις οδηγούν και σε ακραίες αυξομειώσεις βάρους (εγώ έχω ανεβοκατέβει 20 κιλά σε διάστημα έξι μηνών και αυτό πάνω από μια φορά). Η λίμπιντο ανεβοκατεβαίνει μαζί με τη διάθεση. Στην κατάθλιψη απλά δεν υπάρχει, στη μανία είναι ασυγκράτητη. Πολλοί υποφέρουν από αυτή την αρρώστια, χωρίς να το ξέρουν και μαζί τους υποφέρουν και οι δικοί τους. Ένας μεγάλος αριθμός ατόμων εθισμένων σε διάφορες ουσίες έχει αυτό το πρόβλημα. Πολλοί αλκοολικοί πίνουν γιατί έχουν μανιοκατάθλιψη. Το πρόβλημά τους δεν είναι ο αλκοολισμός. Σε αυτόν οδηγούνται επειδή υποφέρουν.

Μια από τις σπουδαιότερες ανακαλύψεις, στον τομέα της ιατρικής στον εικοστό αιώνα, ήταν η θεραπευτική δράση του λιθίου στην αντιμετώπιση της μανιοκατάθλιψης. Έγινε, και αυτή, τυχαία. Ένας φίλος ψυχίατρος έλεγε ότι αν είχε ανακαλυφθεί λίγο νωρίτερα, ο Χέμινγουέι δεν θα είχε αυτοκτονήσει. Ούτε η Βιρτζίνια Γουλφ. Μεγάλοι συγγραφείς, ποιητές, μουσικοί, ηθοποιοί και καλλιτέχνες πάσχουν από την ασθένεια αυτή. Ο Λέοναρντ Κοέν έχει πει ότι προσπαθεί να ζει χωρίς φάρμακα για να μην περιορίζει τη δημιουργικότητά του. Περνάει όμως μεγάλα διαστήματα απομονωμένος, παλεύοντας με μια απέραντη θλίψη. Όταν βγαίνει από αυτήν, μας προσφέρει τους καρπούς της. Ο Στίβεν Φράι, μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, γύρισε ένα υπέροχο ντοκιμαντέρ για το BBC με τίτλο «The secret life of the manic depressive». Μίλησε με πολλούς διάσημους του Χόλιγουντ που υποφέρουν από αυτήν την αρρώστια, όπως τον Ρίτσαρντ Ντρέιφους και την Κάρι Φίσερ, αλλά μίλησε πολύ και για τη δική του εμπειρία. Λένε ότι ο Ναπολέων ήταν μανιοκαταθλιπτικός. Και ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε με βεβαιότητα. Πάντως ο Τσόρτσιλ ήταν σίγουρα. Μια σειρά από επιφανείς ανθρώπους της τέχνης, της πολιτικής και της επιστήμης παλεύουν κρυφά ή φανερά με αυτή την αρρώστια. Η τελευταία που βγήκε να μιλήσει δημόσια γι’ αυτό είναι η Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, με αφορμή την πρόσφατη νοσηλεία της. Στα του οίκου μας, μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες συγγραφείς, η Μαργαρίτα Καραπάνου έγραψε και μίλησε για αυτήν, πριν τον πρόωρο θάνατό της.

Η μανιοκατάθλιψη είναι ευχή και κατάρα. Σε ανεβάζει στον ουρανό και σε πετάει στα τάρταρα. Αν μου έλεγε κανείς, ότι θα μπορούσα να ζήσω τη ζωή μου, από τα 26 μου μέχρι σήμερα χωρίς να έχω αρρωστήσει, θα το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά. Γιατί, ενώ υπέφερα πολύ, έγινα νομίζω καλύτερος άνθρωπος. Με μεγαλύτερη κατανόηση για την αδυναμία του άλλου και λιγότερη αλαζονεία. Αξιολογώ διαφορετικά τα σοβαρά από τα μη σοβαρά προβλήματα. Χαίρομαι όταν ξυπνάω το πρωί και νιώθω καλά. Δεν το θεωρώ πια δεδομένο. Έχω ανέβει πολύ ψηλά και έχω πέσει πολύ χαμηλά. Νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό το «ταξίδι». Έχω χρέος απέναντι στον εαυτό μου και απέναντι σ’ αυτούς που μ’ αγαπάνε, τώρα που έχω πια καταλάβει τι μου συμβαίνει και πώς αντιμετωπίζεται, να είμαι καλά. Δεν φοβάμαι πια, ούτε ντρέπομαι. Έμαθα επιτέλους, ότι δεν είμαι ούτε θεός, ούτε σκουπιδάκι. Είμαι εγώ και όταν νιώθω χαρούμενη και δυνατή, και όταν νιώθω αδύναμη και θλιμμένη. Είμαι πάντα εγώ. Το στοίχημα τώρα είναι να μάθω να ισορροπώ ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους. Κι αυτό ισχύει για όλους μας, όχι μόνο για τους μανιοκαταθλιπτικούς.

 Πηγή : Andro.gr 

Οι μετανάστες δεν είναι εξωγήινοι - “Μια προσωπική ματιά πίσω από τα συρματοπλέγματα ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης”

του Μάρκου Ροκόπουλου, πηγή: barikat.gr
Άνθρωποι καθημερινοί και όλων των λογιών προσωπικότητες. Άλλους τους συμπαθείς και άλλους όχι, κάτι που ούτως ή άλλως συμβαίνει και στην καθημερινότητά μας. Άνθρωποι φιλότιμοι, ευχάριστοι και καλοπροαίρετοι, αλλά και αλλαζόνες, εγωιστές και κακόβουλοι. Όπως δηλαδή αυτοί που συναντά κανείς στη δουλειά του, στη σχολή του, στο σχολείο του, αλλά και ανάμεσα στους φίλους του, στους συγγενείς του ή στους απλούς γνωστούς του. Αυτοί είναι οι μετανάστες που ζουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή αλλιώς «κέντρα προαναχωρησιακής κράτησης αλλοδαπών». Νομίζουμε οτι αυτά τα κέντρα είναι προσωρινά. Αντίθετα, αυτά τα κέντρα ήρθαν για να μείνουν και μάλιστα θα αυξηθούν. Για κάποιους όμως αυτό συνιστά την καθημερινότητά τους και μέσα από την καθημερινότητα χτίζονται κοινωνίες.
Τα μονοπάτια του σκοτεινού ταξιδιού
Saher, 19, Αφγανιστάν: Στη χώρα του ξεκίνησε να σπουδάζει Πολιτικός Μηχανικός. Ερωτεύτηκε μια συνομήλική του. Όταν το έμαθε η οικογένεια της κοπέλας, ο Σαχέρ απέφυγε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του κι έφυγε κυνηγημένος από τη χώρα του. Η φίλη του υπέστη ξυλοδαρμό από τον πατέρα της και τα μεγαλύτερα αδέρφια της, με αποτέλεσμα πολύ σοβαρά τραύματα στο κεφάλι και στο σώμα. Ο Σαχέρ κουβαλάει πάντα πάνω του μια φωτογραφία της. Συνελήφθη από την ελληνική αστυνομία όταν προσπάθησε να περάσει στην Ιταλία κρυμμένος σε μια νταλίκα που εκείνη την ώρα επιβιβαζόταν σε πλοίο.
Bobashir, 34, Ιρακινός Κουρδικής καταγωγής: Στο Ιράκ ήταν πετυχημένος έμπορος με οικονομική άνεση, αλλά και με ισχυρή δράση στον αγώνα για τη δημιουργία Κουρδικού κράτους. Άφησε τη χώρα του όταν άρχισε να στενεύει ο κλοιός γύρω του, καθώς ήταν στο στόχαστρο των τουρκικών και των ιρακινών αρχών. Η Ελλάδα αρνείται να δώσει πολιτικό άσυλο στον Μπομπασίρ, επειδή στο Ιράκ δεν είναι επισήμως καταζητούμενος.
Ahmed, 34, Συρία: Είχε μια καλή ζωή στη χώρα του κι εξίσου ευοίωνο μέλλον. Μετά από χρόνια σπουδών, κατάφερε σε σχετικά νεαρή ηλικία να γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Δαμασκού. Λίγους μήνες αφού εκπλήρωσε το όνειρό του ξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος. Ο Αχμέντ αρνήθηκε να πάρει μέρος στον πόλεμο με κάποια από τις δύο πλευρές και επικηρύχθηκε ως λιποτάκτης, όπως και πολλοί άλλοι Σύροι που έχουν αναζητήσει καταφύγειο στην Ελλάδα. Η χώρα μας αποφάσισε να αφήσει ελεύθερους όλους τους Σύρους πρόσφυγες δίνοντάς τους εγγράφως δεκαπενθήμερη προθεσμία να εγκαταλείψουν τη χώρα μας. Η απόφαση αυτή, τους εξασφαλίζει σίγουρο μέλλον μόνο δεκαπέντε ημερών, αφού μετά τους οδηγεί ξανά στην «παρανομία» παρέχοντάς τους τις εξής επιλογές: δεν μπορούν να επιστρέψουν στη χώρα τους λόγω της εμπόλεμης κατάστασης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην Ελλάδα για παραπάνω από 15 ημέρες, μετά το πέρας των οποίων μπορεί να συλληφθούν ξανά και να οδηγηθούν στα γνωστά στρατόπεδα και – τέλος - δεν μπορούν να φύγουν και από την Ελλάδα για άλλη ευρωπαϊκή χώρα καθώς εάν συλληφθούν εκεί, σύμφωνα με το «Δουβλίνο ΙΙ», θα πρέπει να «επιστραφούν» στη χώρα εισόδου, δηλαδή την Ελλάδα, όπου θα οδηγηθούν εκ  νέου σε στρατόπεδο κράτησης.
Murad, 28, Πακιστάν: Ζει τα τελευταία 10 χρόνια στην Ελλάδα. Έφυγε από τη χώρα του για οικονομικούς λόγους σε ηλικία 18 ετών. Έχοντας ζήσει όλα τα χρόνια της ενήλικης ζωής του στην Ελλάδα και έχοντας καταπιαστεί με διάφορες εργασίες, έχει πολλές ιστορίες να αφηγηθεί. Μιλάει άπταιστα ελληνικά και με κάθε ευκαιρία λέει πόσο αγαπάει τη χώρα μας, αλλά και πόσο περήφανος είναι που έχει εγκλιματιστεί πλήρως, κάνει παρέα με ντόπιους, ενώ και η φίλη του είναι Ελληνίδα. Έχει δουλέψει πολλά χρόνια ως οικοδόμος και την περίοδο προτού συλληφθεί δούλευε ως σερβιτόρος σε καφετέρια στο κέντρο της Αθήνας, όπου συχνάζουν Έλληνες, λέει με υπερηφάνια. Όνειρό του είναι να ανοίξει τη δική του καφετέρια.
Baral, 32, Αφγανιστάν: Ήρθε πριν 5 χρόνια στην Ελλάδα, όταν έφυγε από τη χώρα του κυνηγημένος από το καθεστώς των Ταλιμπάν. Αρνήθηκε να πάρει όπλο και να συστρατευτεί μαζί τους, χωρίς να εκφράσει κάποια άποψη υπέρ τους ή εναντίον τους. Για να έρθει στη χώρα μας πούλησε το σπίτι του ώστε να μπορέσει να πληρώσει στους δουλεμπόρους περίπου 5.000 ευρώ. Το ταξίδι του κράτησε τέσσερις μήνες. Έχει καταπιαστεί με όλες τις αγροτικές και κτηνοτροφικές εργασίες αυτά τα χρόνια, ενώ τα τελευταία 2 εργαζόταν αποκλειστικά σε μια φάρμα ενός μεγαλογαιοκτήμονα, ο οποίος είχε ορίσει τον Μπαράλ ως υπεύθυνο, όπως λέει με καμάρι. Όσο ο Μπαράλ κρατείται στο στρατόπεδο, ο εργοδότης του έφυγε απο τη ζωή και «οι γυναίκες και τα παιδιά δεν ξέρουν τις δουλειές», λέει, και συμπληρώνει «τα φρούτα θα σαπίσουν και τα ζώα θα πεινάσουν, κρίμα δεν είναι;» και εκείνη τη στιγμή βγάζει μια φωτογραφία από την τσέπη του, που απεικονίζει τον ίδιο να περιποιείται ένα άλογο.
Karim, 40, Παλαιστίνη: Έφυγε από τη χώρα του πριν 4 χρόνια, όταν αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να «παρατήσει τα όπλα» και να κάνει οικογένεια. Αναφέρει γεγονότα από εμπόλεμες καταστάσεις κι επισημαίνει: «αν θες οικογένεια πρέπει να φύγεις από την Παλαιστίνη, γιατί δε θέλεις να δεις τα παιδιά σου σκοτωμένα κάποια μέρα ούτε θέλεις να τα δεις να κρατάνε όπλα σε ηλικία 10 ετών ούτε θέλεις να τα αφήσεις ορφανά». Ο Καρίμ εργαζόταν σε ξενοδοχεία σε νησιά, αφού μιλάει καλά γαλλικά και ισπανικά. Βρέθηκε στο στρατόπεδο όταν τον σταμάτησε αστυνομία για έλεγχο στο δρόμο και - όπως αναφέρει - ενώ έδειξε χαρτί νόμιμης παραμονής στη χώρα, οι αστυνομικοί τού το έσκισαν και κατόπιν τον συνέλαβαν.
Hasan, 24, Αφγανιστάν: Ήρθε στην Ελλάδα όταν ήταν 20 χρόνων, ενώ είχε φύγει από τη χώρα του από την ηλικία των 13 ετών, καθώς η οικογένειά του δεχόταν απειλές από τους Ταλιμπάν. Έχοντας περιπλανηθεί για χρόνια στην ανατολή, μιλάει 6 διαφορετικές γλώσσες, όπως ουρντού, παστού, φαρσί και ελληνικά. Σε όλες τις χώρες εργαζόταν σκληρά και δέχθηκε εργασιακή εκμετάλλευση καθώς ήταν ανήλικος. Στην Ελλάδα δούλεψε και τα 4 χρόνια ως οικοδόμος. Στο στρατόπεδο ο Χασάν χρησιμοποιείται από την αστυνομία και ως μεταφραστής, αλλά και ως εργάτης, αφού καταπιάνεται με κάθε είδους χειρονακτική εργασία με επιτυχία.
Bacuna, 27, Ακτή Ελεφαντοστού: Απειλήθηκε και κυνηγήθηκε από τους συγγενείς της συντρόφου του, όταν αυτή έμεινε έγκυος. Ο λόγος ήταν ότι η εγκυμοσύνη προέκυψε εκτός γάμου. Έτσι ο Μπακούνα έφυγε από τη χώρα του και μετά από μια σύντομη περιπλάνηση σε χώρες της Αφρικής και στην Τουρκία, έφτασε στην Ελλάδα. Τον πρώτο καιρό της διαμονής του στη χώρα μας φιλοξενήθηκε από έναν φίλο και συμπατριώτη του, ο οποίος ήταν επαγγελματίας αθλητής σε μεγάλη ομάδα της Αθήνας. Αθλητής και ο ίδιος ο Μπακούνα, προσπάθησε να βρει ομάδα να αγωνιστεί αλλά «μάλλον δεν ήταν αρκετά καλός», όπως λέει ο ίδιος, αφού είχε περάσει πάνω από ένα χρόνο εκτός προπονήσεων, λόγω της περιπέτειάς του. Στο στρατόπεδο προπονείται καθημερινά προσπαθώντας να κρατηθεί σε φόρμα για να είναι έτοιμος όταν αποφυλακιστεί, αλλά μάλλον το όνειρο της επαγγελματικής καριέρας στον αθλητισμό γι’ αυτόν έχει σβήσει, αφού τα τελευταία δυο χρόνια πρωταρχική του ανάγκη είναι η επιβίωση και όχι η καριέρα.
Kader, 21, Αλγερία: Πριν τρία χρόνια, τον έφερε στην Ελλάδα ο πατέρας του και τον «παράτησε», όπως ο ίδιος λέει, σε ένα από τα αμφιβόλου σκοπού επαγγελματικά ταξίδια που έκανε μεταξύ αφρικανικών και αραβικών χωρών, Τουρκίας και Ελλάδας. Παιδί χωρισμένων γονιών, με μητέρα που έχει ξαναφτιάξει τη ζωή της σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα και με πατέρα που πάντα ήταν απών, ο Καρίμ αμφιταλλαντεύεται ανάμεσα στην απόρριψη που έχει βιώσει από τους γονείς του και στην αγάπη που ακόμα τρέφει γι’ αυτούς. Ως προσωπικότητα, όντας ευέξαπτος και με πολλά πάθη, ο Καρίμ αγανακτούσε συχνά με το γεγονός ότι κρατείται χωρίς λόγο. Σε αυτές τις περιπτώσεις εξέφραζε την αγανάκτησή του με παραληρηματική μορφή. Μέσα απ’ αυτά τα παραλληρήματα, ο λόγος του Καρίμ γινόταν πολιτικός. Βαθιά απογοητευμένος, πάντα αμφέβαλλε για τη δημοκρατία στην Ελλάδα και δήλωνε παντού την απορία του πώς μια δημοκρατική χώρα επιτρέπει ρατσιστές και φασίστες στη βουλή, πώς δέχεται τη διαφθορά στην αστυνομία και πώς δημοκράτες πολιτικοί, εκλεγμένοι από δημοκράτες ψηφοφόρους, δημιουργούν ρατσιστικούς νόμους. Ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ποτέ ο ίδιος δεν θέλησε να έρθει σε μια χώρα όπου θα έχει να επιλέξει μεταξύ της φυλακής και της ρατσιστικής βίας στους δρόμους.
Mustafa, 27, Τυνησία: Εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω οικονομικών δυσκολιών και αποφάσισε να μετακομίσει στη Γαλλία, όπου οι συγγενείς του, που μένουν εκεί, του υπόσχονταν μια καλύτερη ζωή. Η αδυναμία να ολοκληρωθούν οι προεργασίες για να γίνει η μετεγκατάσταση του Μουσταφά με «νόμιμο» τρόπο, τον ανάγκασε να το επιχειρήσει με «παράνομο». Τα μονοπάτια της προσφυγιάς τον οδήγησαν στη Ελλάδα, αλλά οι δουλέμποροι του ζητούσαν παραπάνω χρήματα για να τον πάνε μέχρι τη Γαλλία. Ο Μουσταφά, εγκλωβισμένος πλέον σε μια χώρα όπου δεν ήθελε να έρθει ποτέ, αποφάσισε να εργαστεί στην Ελλάδα για να μαζέψει τα απαιτούμενα χρήματα ώστε να συνεχίσει το ταξίδι του μέχρι τη Γαλλία. Παραδέχεται ότι αρχικά δεν έκανε σωστές επιλογές και έβγαζε χρήματα ως «βαποράκι» ώστε να μαζέψει γρήγορα το ποσό που ήθελε, αλλά οι άνθρωποι με τους οποίους συναναστρεφόταν δεν του «άρεσαν» και αποφάσισε να απομακρυνθεί. Ξεκίνησε να δουλεύει σε οικοδομές, άλλαξε παρέες και διαπίστωσε ότι του αρέσει η Ελλάδα. Παρακολούθησε μαθήματα ελληνικών σε στέκι μεταναστών, όπου έμαθε να γράφει και να διαβάζει. Μετά από πέντε χρόνια στην Ελλάδα, ο Μουσταφά συνελήφθη στο κέντρο της Αθήνας, σε μια από τις κλασικές «σκούπες», όπως λέει ο ίδιος.
Πίσω από τα σίδερα όλες οι μέρες είναι ίδιες
Εκφράσεις που ακούγονται πολύ συχνά από όλους σχεδόν τους κρατουμένους είναι ότι «κάθε μέρα είναι η ίδια μέρα», «δεν υπάρχουν διαφορετικές μέρες», «όλες οι μέρες είναι ίδιες». Η διάθεσή τους έχει φτάσει στο σημείο να καθορίζεται από το αν είναι το φαγητό της ημέρας ωραίο ή όχι. Γιατί αυτό ίσως είναι ένα από τα λίγα πράγματα που αλλάζει κάθε μέρα. Κατά τ’ άλλα όλα μένουν ίδια. Φαγητό, ύπνος, προαυλισμός και προσευχή - για όσους είναι μουσουλμάνοι - διαδέχονται το ένα το άλλο καθημερινά. Κάποιοι έχουν κάνει τις παρέες τους, που κουβεντιάζουν για τις ζωές τους τα βράδια πριν πέσουν για ύπνο. Όλοι τους ελπίζουν στον ερχομό της ημέρας που θα μείνουν ελεύθεροι.
Η ρουτίνα έσπαγε μόνο σε περιπτώσεις που ερχόταν κάποιος δικηγόρος. Τότε όλοι οι κρατούμενοι τον έβλεπαν ως μια σταγόνα βοήθειας και μαζεύονταν στα παράθυρα φωνάζοντας να ασχοληθεί ο δικηγόρος με την περίπτωσή τους. Οι δικηγόροι ή οι άνθρωποι που λένε ότι είναι δικηγόροι, κάνουν παρέλαση στα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών, έξω από αστυνομικά τμήματα όπου συγκεντρώνονται μετανάστες για να υποβάλλουν αιτήματα παραμονής ή ασύλου, ακόμη και στο κέντρο της Αθήνας, στην Ομόνοια, πλησιάζουν μετανάστες. Τους υπόσχονται σίγουρο θετικό αποτέλεσμα στην υπόθεση της παραμονής τους στη χώρα και, εκμεταλλευόμενοι τη δίψα των μεταναστών για καλύτερες συνθήκες ζωής, τους αποσπούν από εκατοντάδες έως χιλιάδες ευρώ και μετά εξαφανίζονται αφήνοντας τα τηλέφωνά τους να είναι πάντα απενεργοποιημένα.
Όσον αφορά τις συνθήκες στο κέντρο κράτησης, είναι περιττό να αναφερθεί πως οι παροχές για μια καλύτερη διαμονή δίνονται με το σταγονόμετρο. Ζεστό νερό στα ντους, θέρμανση ή κλιματισμός, ρούχα και παπούτσια ανάλογα με την εποχή, σκεπάσματα, είδη ατομικής υγιεινής αποτελούν πολυτέλεια. Ό,τι χαλάει κάνει πολύ καιρό να επισκευαστεί και πολλές φορές ζητείται η συνδρομή των ίδιων των κρατουμένων, αφού οι περισσότεροι έχουν εμπειρία στις χειρονακτικές εργασίες. Οι συνθήκες υγιεινής είναι ισχνές αφού τα συνεργεία καθαρισμού δεν μπορούν να συμμαζέψουν την κατάσταση, λόγω του συνωστισμού σε δωμάτια, θαλάμους, λυόμενα κτίσματα. Συχνά ακούγεται η έκφραση «ζούμε εδώ σαν τα ζώα» από τα στόματα των κρατουμένων. Οι κακές συνθήκες συμμαζεύονται και κουκουλώνονται μόνο όταν αναμένεται έλεγχος από κάποια ευρωπαϊκή επιτροπή ή επίσκεψη από κάποια διεθνή Μ.Κ.Ο.
Παρόλα αυτά, στις κακές συνθήκες υγιεινής φέρουν μερίδιο ευθύνης και οι ίδιοι οι κρατούμενοι, αλλά ίσως έτσι να εκφράζουν την αντίδρασή τους προς το γεγονός ότι φυλακίζονται χωρίς να είναι εγκληματίες, οπότε μάλλον προσπαθούν να χειροτερέψουν από μόνοι τους τις συνθήκες διαβίωσής τους. Είναι σαν ένα είδος αυτοτιμωρίας. Είναι η ίδια “λογική” του τρόπου αντίδρασης των μεταναστών που αυτοτραυματίζονται ή κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Γιατί πώς μπορούν να προσέχουν ένα χώρο που όχι μόνο δεν τον αισθάνονται σαν σπίτι τους, αλλά νιώθουν τόσο αδικημένοι που βρίσκονται εκεί;
Ένα θέμα που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον είναι οι μεταξύ τους σχέσεις και η αλληλεγγύη. Οι καυγάδες είναι συχνοί και πολλές φορές η βιαιότητα που ασκούν ο ένας στον άλλον είναι σοκαριστική. Οι νόμοι της φυλακής έχουν επικρατήσει και εδώ και είναι εντυπωσιακό πώς, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που θα ξεσπάσει ο καυγάς, μπορούν να μετατρέψουν το παραμικρό αντικείμενο σε όπλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις σοκαριστική είναι και η βία της αστυνομίας. Οι αστυνομικοί παρεμβαίνουν εξοπλισμένοι με κράνη, ασπίδες, γκλομπ κι ενίοτε με σπρέϊ πιπεριού και δε δείχνουν να ενδιαφέρονται πολύ για το αν το άτομο που χτυπάνε όντως συμμετείχε στον καυγά.
Εντούτοις, υπάρχουν και πολλοί άνθρωποι ανάμεσα στους κρατουμένους που εμφανίζονται τρομερά αλληλέγγυοι με  τους συγκρατουμένους τους, τονίζοντας ότι «όλοι εδώ είμαστε ίσοι, στην ίδια θέση και με τον ίδιο σκοπό, να αφεθούμε δηλαδή ελεύθεροι.» Υπάρχουν άνθρωποι που μοιράζονται το φαγητό τους, τα χρήματά τους, τα τσιγάρα τους, τις τηλεκάρτες τους και τα ρούχα τους με τους συγκρατουμένους τους.
Υπήρχε μάλιστα ένας συγκεκριμένος κρατούμενος που πολύ γρήγορα ξεχώρισαν οι ηγετικές του ικανότητες και τις αξιοποίησε καθοδηγώντας τους με στόχο την αυτοοργάνωση και συσπειρώνοντας τους περισσότερους κρατουμένους με έναν απλό, αλλά πολύ εντυπωσιακό για τα δεδομένα της κατάστασης, τρόπο. Κατάφερε να δημιουργήσει δημοκρατικές διαδικασίες στη λήψη αποφάσεων ομαδοποιώντας τους κρατουμένους σύμφωνα με τη χώρα καταγωγής τους. Αυτές οι ομάδες εξέλεξαν από έναν αρχηγό, ο οποίος έφερνε τα προς συζήτηση αιτήματα της ομάδας του στη συνέλευση των αρχηγών. Το επόμενο στάδιο ήταν η ανακοίνωση των ψηφισμάτων στη διοίκηση της αστυνομίας και η διεκδίκηση της υλοποίησής τους. Αυτό το αναλαμβάνει πάντα κάποιος που τυγχάνει κοινής αναγνώρισης και αποδοχής από τους κρατουμένους και από τους αστυνομικούς, ώστε να έχει ο λόγος του βαρύτητα.
Ίσως η έκφραση να έχει γίνει κλισέ, αλλά το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι όντως μια μικρογραφία της κοινωνίας. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο παραπάνω τρόπος αυτοοργάνωσης εννοείται πως δεν άρεσε στη διοίκηση της αστυνομίας, όπως έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι στις μη δημοκρατικές εξουσίες δεν αρέσει η μαζικότητα και η αλληλεγγύη. Άλλωστε αυτοί οι μετανάστες, στην πλειοψηφία τους, προέρχονται από χώρες όπου η Δύση εσκεμμένα έχει σπείρει εμφυλίους πολέμους και φτώχεια, οπότε υπάρχει μια καλλιεργημένη διάσπαση και έλλειψη αλληλεγγύης, η οποία βολεύει πολλούς. Έτσι και στο παράδειγμά μας, η αστυνομία, εντελώς αυθόρμητα, άρχισε να βρίσκει συμμάχους σε κρατουμένους που δε συμφωνούσαν με αυτόν τον τρόπο λήψης αποφάσεων, διότι θεωρούνταν «ριγμένοι» από την κατανομή των ηγετικών ρόλων και έτσι δημιουργήθηκαν προστριβές, με αποτέλεσμα οι συνελεύσεις να μην κρατήσουν για πολύ.
Στον κόσμο, με τις σημερινές συνθήκες, η τύχη των μεταναστών είναι προδιαγεγραμμένη. Φεύγουν από τις χώρες τους για συγκεκριμένους λόγους - όπως φάνηκε στα παραδείγματα πιο πάνω - για να φτάσουν στην Ευρώπη υπάρχουν συγκεκριμένα μονοπάτια και πληρώνουν συγκεκριμένα χρηματικά ποσά σε συγκεκριμένους ανθρώπους, οδηγούνται σε συγκεκριμένες  περιοχές πόλεων, αφού φτάσουν στην Ελλάδα, εργάζονται σε συγκεκριμένες δουλειές, κυνηγούνται από συγκεκριμένες ομάδες, όπως ρατσιστές και αστυνομία, για να καταλήξουν σε πολύ συγκεκριμένα σημεία, όπως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και σ' όλη αυτή την πορεία αντιμετωπίζονται ως “οι κολασμένοι της γης”. Απ' την αρχή μέχρι το τέλος δέχονται απειλές, ύβρεις, σωματική βία και εκμετάλλευση, ενώ κάποιοι από τον πόνο των μεταναστών είναι ξεκάθαρο πως έχουν όφελος. Ωστόσο δεν χάνουν την ελπίδα τους γιατί παραμένουν άνθρωποι και όχι εξωγήινοι. Και ναι, εννοείται οτι ανάμεσά τους υπάρχουν άνθρωποι που ερχόμενοι στη χώρα μας έχουν ασχοληθεί με παράνομες πράξεις, αλλά αυτό επιβεβαιώνει το γεγονός ότι δεν είναι εξωγήινοι.
Ας σκεφτούμε λοιπόν εάν ο καθένας μας έχει μερίδιο ευθύνης στην εξαθλίωση των ανθρώπων αυτών. Διότι είναι απορίας άξιο το πώς στη χώρα μας στηρίζονται με την ψήφο του λαού κυβερνήσεις που στέλνουν Έλληνες στρατιώτες στο Αφγανιστάν, για να συνδράμουν στον πόλεμο εκεί, αλλά από τους ίδιους τους ψηφοφόρους των κυβερνήσεων αυτών επικρατεί δυσφορία για τους Αφγανούς μετανάστες που έρχονται στη χώρα μας, λόγω του πολέμου. Το ίδιο ισχύει και για την παραχώρηση της βάσης της Σούδας για τον πόλεμο στο Ιράκ παλιότερα και στη Συρία τώρα, και τη μαζική μετακίνηση Ιρακινών και Σύρων προσφύγων στην Ελλάδα. Κανένας άνθρωπος δεν είναι λαθραίος. Η μετανάστευση δεν είναι έγκλημα. Αλλά κι αν ήταν, θα ήμασταν όλοι συνένοχοι.
* Όλα τα ονόματα που χρησιμοποιήθηκαν στο κείμενο είναι φανταστικά για προφανείς λόγους.

17/10/2013

Ανακοίνωση της Ανοιχτής Πόλης για τη Διεθνή Ημέρα κατά της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού

Αθήνα, πόλη εξαθλιωμένων και άστεγων

Με αφορμή τη σημερινή Ημέρα κατά της Φτώχειας και του Κοινωνικού Αποκλεισμού, ο δήμος Αθηναίων δημοσιοποίησε έρευνα για τους άστεγους και σιτιζόμενους στο ΚΥΑΔΑ. Σ’ αυτή τη μελέτη, επί της ουσίας ο δήμος παραδέχεται ότι δεν κάνει αρκετά, καθώς οι εξαθλιωμένοι και οι άστεγοι είναι πολύ περισσότεροι από αυτούς που μόνοι τους απευθύνονται στο δήμο, ενώ την ίδια στιγμή η κοινωνική καταστροφή από τα μνημόνια συνεχίζεται.   

Είναι χαρακτηριστικό ότι, τη στιγμή που ο αριθμός των φτωχών και των αστέγων αυξάνεται διαρκώς, ο προϋπολογισμός του ΚΥΑΔΑ για το 2014 παραμένει σταθερός κάτω από τα 4 εκ ευρώ, ενώ ο απολογισμός του 2012 έδειξε πραγματικές δαπάνες κοντά στα 2 εκ. ευρώ. Άλλωστε, στη δημοσιευμένη μελέτη, ομολογείται ότι αυτή έγινε «για να κερδίζει την εμπιστοσύνη των χορηγών». Ταυτόχρονα, τα δημοτικά ιατρεία είναι πρακτικά εγκαταλελειμμένα, καθώς τα έξοδα για υγειονομικό υλικό το 2012 ήταν μόλις 4.000 ευρώ (!!!), ενώ μόνο ύστερα από δικές μας πιέσεις μπήκαν στο σύστημα συνταγογράφησης.   

Για την Ανοιχτή Πόλη η κοινωνική αλληλεγγύη για την αντιμετώπιση της φτώχειας είναι απόλυτη προτεραιότητα. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια έχει ιδρύσει ή στηρίξει και συμμετάσχει σε λαϊκές δομές αλληλεγγύης σε όλες τις δημοτικές κοινότητες της Αθήνας, οι οποίες βοηθούν χιλιάδες ανθρώπους. Επίσης, έχει πρωταγωνιστήσει στην ίδρυση του Πολυχώρου Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Πολιτισμού, καθώς και του Κοινωνικού Ιατρείου - Φαρμακείου Αθήνας, το οποίο βοηθά περίπου 700 άτομα το μήνα. Εμείς λοιπόν ρωτάμε: είναι δυνατόν μια δημοτική παράταξη με μηδαμινούς πόρους να έχει φέρει αποτελέσματα συγκρίσιμα με αυτά του δήμου;     

Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά της πολιτικής του δήμου στο θέμα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρόκειται για μια πολιτική επικοινωνιακού τύπου, η οποία στηρίζεται περισσότερο σε πλούσιους χορηγούς ή σε απλούς εθελοντές, παρά σε δημοτικές δομές και πόρους. Είναι πλέον επιτακτική ανάγκη για μια ουσιαστική πολιτική αλλαγή στο δήμο της Αθήνας, που όχι μόνο θα βάλει μπροστά την προστασία των δημοτών από την εξαθλίωση, αλλά και θα πολεμά ταυτόχρονα τη μνημονιακή πολιτική που τη δημιούργησε. 

via http://left.gr/

Mapping Europe’s war on immigration

via mondediplo.com
Europe has built a fortress around itself to protect itself from ‘illegal’ immigration from the South, from peoples fleeing civil war, conflict and devastating poverty. The story is best understood through maps.
16 OCTOBER, by Philippe Rekacewicz
JPEG - 307.9 kb

The forbidden world

JPEG - 329 kb
It is a strange thing, this paranoid fear of invasion, this determination to protect themselves at all costs from these human beings who every year exile themselves from their homelands to head for an imagined promised land in the rich countries. But the rich have decided that these tides of humanity are unwanted.
They fortify their frontiers, erect barriers, build the walls higher and higher. A veritable military strategy put into effect to keep out the “invaders.”
In an act of mimicry, other important countries like Brazil, China and Russia are joining in, putting in place their own “fortifications” to limit economic migration from poorer areas to their own regions of rapid growth.
Such physical obstacles are efficient tools for criminalizing immigration, for making it possible to pronounce concepts that should be unthinkable: “Illegal immigrant.” They make people think they are breaking the law. With the help of these new obstacles, juridical and physical, we have created a new category of criminal: the migrant.
Thus do we confound both international law and universal values.

Europe’s three frontiers

JPEG - 339.6 kb
This map was drawn for the first time in 2003, thanks to the meticulous work of Olivier Clochard of the Migrinter Institute at the University of Poitiers. We update it regularly, and alas, every time we have to add more black dots and draw the red circles even bigger.
On Jan. 1, 1993, Gerry Johnson is discovered dead. A citizen of Liberia - a country at the time being destroyed by a bloody civil war - Johnson had suffocated in a train freight car in Feldkirch, Austria. On Oct. 3, 2013, a boat sinks near the shore of Lampedusa Island, with 500 immigrants on board, most of them from East Africa. Between these two dates and these two places, more than 17,300 other immigrants - and that is the low estimate for this unknown hecatomb - lost their lives while trying to get to Europe, the continent of liberty and human rights.
They die while trying to leave, too, like Marcu Omofuma, a Nigerian murdered on May 1, 1999 by three sadistic Austrian policemen aboard a Balkan Air plane during his forced repatriation.

The geography of an unwanted humanity

JPEG - 396.2 kb
To the West are our pals, who are welcome to come over; they are the ones with the fat wallets. To the East, the unwanted, the unwashed, the little guys from a world too poor to ’deserve’ us. A near perfect symmetry: clusters of the poor persist in the West, and clusters of the rich in the East.
Manichean? Hardly. The political geography of European visas shows with a certain cruelty Europe’s vision of the world, an ungenerous thing. Someone must explain to me the logic of the EU requirement that the citizens of Kosovo — one of the poorest countries in Europe - purchase overpriced visas to be able to move around in the Schengen zone.
There are many methods of dividing the world, its territories, its regions. Whether it be according to the principle of the nation state, or of groups of nations, or by socioeconomic or political indicators, they all remind us cynically of what we would prefer not to see in ourselves: our selfishness, our violence. We pretend to aid in development of poor countries, while in reality we export economic models that cannot work.
And then we impose on their people our unattainable visas.
And yet, impoverished Africa like elsewhere, has culture, music, theater. Diplomats, teachers. Students, workers. writers. All are the human beings that Europe sends back tied up like sausages on airplanes - when it does not send them back wrapped in burial shrouds — for failing to obtain a visa or a residency card.

15/10/2013

Μπουμπουλίνας 36: μια πολυκατοικία με έπιπλα για 70 αστέγους

(αναδημοσίευση από www.enet.gr)

«Πρέπει ο κόσμος να σηκωθεί από τους καναπέδες για να λύσουμε τα προβλήματα», λέει ο ιδιοκτήτης της μεταφορικής. Σε λίγες μέρες, όλα θα έχουν βρει τη θέση τους στα 17 διαμερίσματα της οδού Μπουμπουλίνας 36. Ακόμα και τα ονόματα στην είσοδο, στον πίνακα με τα κουδούνια. Κάθε ένα από αυτά αντιστοιχεί σε μια οικογένεια που σήμερα ζει στο δρόμο. Μαζί με το κλειδί της εξώπορτας, θα δοθεί στα μέλη της το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.
Εμείς αναλαμβάνουμε την επισκευή και την επίπλωση, το ίδρυμα θα παίρνει ένα ενοίκιο για τα ορφανά παιδιά, μέσω ΕΣΠΑ, και ο δήμος θα αναλάβει και τα μηνιαία έξοδα», λέει η Βέρα Μεσσήνη , πρόεδρος της νεοσύστατης ΜΚΟ, «Ανθρώπινοι Ανθρωποι»Εμείς αναλαμβάνουμε την επισκευή και την επίπλωση, το ίδρυμα θα παίρνει ένα ενοίκιο για τα ορφανά παιδιά, μέσω ΕΣΠΑ, και ο δήμος θα αναλάβει και τα μηνιαία έξοδα», λέει η Βέρα Μεσσήνη , πρόεδρος της νεοσύστατης ΜΚΟ, «Ανθρώπινοι Ανθρωποι»
Ενα κτήριο-φάντασμα, που σάπιζε όρθιο, αναστήθηκε και ετοιμάζεται να ζήσει ένδοξες εποχές. Οχι με ευκατάστατους αρχιτέκτονες και επιχειρηματίες, όπως εκείνοι που διέμεναν σ' αυτό τη δεκαετία του 1950, χρυσοπληρώνοντας το λευκό μάρμαρο Πεντέλης στα μπάνια, το ξύλινο παρκέ και το έξτρα δωματιάκι για την υπηρεσία. Οι νέοι ένοικοι θα καταφθάσουν εδώ χωρίς βαλίτσες.
Για ό,τι χρειάζονται -από ρούχα και παπούτσια μέχρι τηλεοράσεις- φροντίζουν οι εθελοντές της «κοινωνικής πολυκατοικίας», όπως την αποκαλεί η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Βέρα Μεσσήνη, πρόεδρος της νεοσύστατης ΜΚΟ «Ανθρώπινοι Ανθρωποι».
Η ίδια βλέπει σήμερα ένα έργο ζωής να παίρνει σάρκα και οστά. «Τα διαμερίσματα είναι σχεδόν έτοιμα, αλλά τώρα μας έμεινε το πιο δύσκολο... Να επιλέξουμε ποιοι θα μείνουν. Πώς να διαλέξεις μεταξύ δύο άστεγων παιδιών;». Η επιλογή θα γίνει την ερχόμενη εβδομάδα. Και ώς το τέλος του μήνα, περισσότεροι από 70 άνθρωποι, άστεγοι ενήλικοι και παιδιά, καταγεγραμμένοι στο Δήμο Αθηναίων, θα έχουν για τουλάχιστον 3 χρόνια το δικό τους σπίτι. Ή αλλιώς μια νέα ευκαιρία να σταθούν στα πόδια τους.
Οι πολύτεκνες
Προτεραιότητα θα δοθεί σε μια άστεγη έγκυο και σε μια μονογονεϊκή οικογένεια: σε μια μητέρα με την κόρη της που τα βράδια κοιμούνται στα παγκάκια. Ομως, φέτος, θα υποδεχτούν το χειμώνα στα ζεστά δυάρια του ισογείου με θέα στον κήπο. Τα μεγάλα διαμερίσματα των 120 τ.μ. προορίζονται για πολύτεκνες οικογένειες. Οπως η εξαμελής οικογένεια που πρόκειται να στεγαστεί στο ρετιρέ και αυτή τη στιγμή, βρίσκεται έπειτα από έξωση, στο δρόμο. Εξι δερμάτινες καρέκλες περιμένουν τους γονείς και τα τέσσερα παιδιά στην τραπεζαρία του 6ου ορόφου. Εκεί ο Γιάννης Κούκουλας συναρμολογεί τα κρεβάτια: «1,90χ 1,40. Χωράει το στρώμα στο παιδικό», ακούγεται η φωνή του. Ιδιοκτήτης μεταφορικής εταιρείας ο ίδιος, προσφέρει δωρεάν τις υπηρεσίες του: ανασύρει και μεταφέρει έπιπλα, ξεχασμένα σε αποθήκες, στα φρεσκοβαμμένα διαμερίσματα της πολυκατοικίας. «Μια πελάτισσα με ενημέρωσε για την ιδέα και προσφέρθηκα να βοηθήσω. Οταν το ανακοίνωσα στους συνεταίρους μου, μού είπαν "θα έρθουμε κι εμείς"». Ολοι τους θυσίασαν για λίγες μέρες, το μοναδικό μεροκάματο, για να δουλέψουν αφιλοκερδώς.
Δεν είναι οι μόνοι. «Πάνω από 100 άνθρωποι άνοιξαν τις αποθήκες τους και με τη συμβολή τους καλύφθηκε ώς τώρα το 80% της επίπλωσης». Βελούδινοι καναπέδες και αφράτες πολυθρόνες, καρέκλες της δεκαετίας του '70 και φωτιστικά-απλίκες, που βρίσκονταν σε αχρησία, συνθέτουν τα σαλόνια. Εδώ αποκτούν δεύτερη ζωή και τα έπιπλα. «Εχουμε ρίξει δουλειά, όχι αστεία!», λέει η κυρία Χριστίνα, μία από τις εθελόντριες που οργανώνουν την «εκστρατεία νοικοκυριού» για να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα. «Μαζεύουμε ρούχα, παπούτσια, αντικείμενα, παιχνίδια, ό,τι χρειάζεται ένα σπίτι, καθαρίζουμε, τακτοποιούμε, εκτελούμε και χρέη γραμματέα», λέει η ίδια. Πριν από 6 μήνες, ερχόμενη εδώ, αντίκρισε «ένα τεράστιο καμένο τηγάνι. Ετσι έμοιαζε το κτήριο».
Μέσα από αλλεπάλληλα στρώματα γλίτσας και σκόνης και χάρη στη συμβολή του συνεργείου καθαρισμού και των εθελοντών που ανέλαβαν το ολικό ρετούς της πολυκατοικίας, έγινε η ανακαίνιση, η οποία κόστισε πάνω από 45.000 ευρώ. «Τα παράθυρα ήταν σπασμένα. Τα περιστέρια είχαν φτιάξει φωλιές εδώ», λέει η κ. Μεσσήνη, περπατώντας στο ηλιόλουστο σαλόνι του 5ου με τους κίτρινους καναπέδες, τα φωτιστικά εποχής και τις ρετρό πολυθρόνες. «Κι αυτό ήταν τρύπιο» λέει δείχνοντας ένα σημείο του παρκέ.
Πολλοί τοίχοι ήταν γκρεμισμένοι και σηκώθηκαν όρθιοι. Ωρα «να σηκώσουμε τους ανθρώπους», λέει η ίδια. Εχοντας εργαστεί επί σειρά ετών σε παιδικό ίδρυμα, γνωρίζει τον κίνδυνο της «περιθωριοποίησης» και προκειμένου να προλάβει «τον εγκλεισμό των ανθρώπων στα σπίτια τους» έχει ήδη λάβει μέτρα. «Θα έχουν και ψυχολογική υποστήριξη και τη βοήθεια ενός επαγγελματικού συμβούλου, ώστε να επιστρέψουν δριμύτεροι στην αγορά εργασίας. Αυτός είναι ο στόχος. Να εργαστούν ξανά», λέει η ίδια. Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης των ενοίκων, στο ισόγειο της πολυκατοικίας θα λειτουργήσει μια βιβλιοθήκη-χώρος παιχνιδιού και ένα μαγειρείο όπου «οι ένοικοι θα μαγειρεύουν εναλλάξ». Στο άμεσο μέλλον προγραμματίζεται η παραγωγή βιολογικών προϊόντων, σε χωράφια που θα παραχωρηθούν για να καλύψουν τις ανάγκες των ενοίκων.
«Η ιδέα της δημιουργίας μιας "κοινωνικής πολυκοιατοικίας" μού ήρθε όταν δύο πελάτισσές μου έμειναν άστεγες και ξεκινήσαμε δωρεάν συνεδρίες. Οι αφηγήσεις τους ήταν σοκαριστικές. Ηταν δύο δυναμικές μητέρες, οι οποίες έχουν ξανά ορθοποδήσει», αναφέρει η πρόεδρος της ΜΚΟ. Ζήτησε από το παιδικό ίδρυμα, όπου εργαζόταν, να παραχωρήσει την πολυκατοικία που έχει στην ιδιοκτησία του. Στη συνέχεια, το κτήριο παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων, με τον οποίο η ΜΚΟ υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας. «Εμείς αναλαμβάνουμε την επισκευή και την επίπλωση, το ίδρυμα θα παίρνει ένα ενοίκιο για τα ορφανά παιδιά, μέσω ΕΣΠΑ, και ο δήμος θα αναλάβει και τα μηνιαία έξοδα», λέει η κυρία Μεσσήνη και διακόπτει: «Σοφία, ήρθαν οι πετσέτες από τη Μύκονο», φωνάζει. Η εθελόντρια Σοφία Κολόμβου κατεβαίνει στο ισόγειο και παραλαμβάνει έναν πύργο από καθαρές πετσέτες και σεντόνια που προσφέρθηκαν από ένα ξενοδοχείο στη Μύκονο, το οποίο κάνει ανακαίνιση. «Επίσης ένα ξενοδοχείο από τη Θεσσαλονίκη θα μας δώσει όλα τα κρεβάτια και τα κομοδίνα», λένε οι εθελόντριες με ενθουσιασμό. «Θεωρώ τυχερό τον εαυτό μου που έμαθα ότι όλο αυτό γίνεται εδώ. Πρέπει ο κόσμος να σηκωθεί από τους καναπέδες για να λύσουμε τα προβλήματα», λέει ο ιδιοκτήτης της μεταφορικής.
«Χθες μας πρόσφεραν άλλα 3 διαμερίσματα», τονίζει η κ. Μεσσήνη. Συνολικά, δύο διαμερίσματα στου Ζωγράφου, δύο στον Βύρωνα, ένα κτήριο που ανήκει σε ίδρυμα στον Πειραιά, συνιστούν τη λίστα των κοινωνικών κατοικιών. «Πρέπει να πάμε με ειδικούς για να δούμε τι φροντίδα απαιτείται. Χρειαζόμαστε εργατικά χέρια. Δεν υπάρχουν χρήματα. Προς το παρόν, κανένα κοινωφελές ίδρυμα δεν μας στηρίζει. Είμαστε μόνοι και τα λίγα έσοδά μας προέρχονται από την ετήσια συνδρομή των 20 ευρώ, από τους φίλους της εταιρείας». Το κινητό της χτυπάει. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ένας κύριος προσφέρεται να παραχωρήσει μία μονοκατοικία στο Παγκράτι, «για να στεγαστούν οι άνθρωποι, στη μνήμη των γονιών μου».
info: Ανθρώπινοι Ανθρωποι, τηλ. 210-6727250, www.anthropinoi-anthropoi.gr

07/10/2013

Ένας άσημος Αγωνιστής για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση

Δύο κείμενα της Μαρίας Φαφαλιού για τον Γιώργο Γιαννουλόπουλο και τον Γιώργο Κοκκινίδη

Πηγή: www.psyspirosi.gr

"Ένας άσημος Αγωνιστής για την ψυχιατρική μεταρρύθμηση"

Μνήμη Γιώργου Γιαννουλόπουλου


«Να δούμε αν εγώ θα ζω μέχρι του χρόνου» είχε πει ο 56χρονος τότε Γιώργος Γιαννουλόπουλος σε μια ομιλία του στο Α.Π.Θ. Ψυχικά πάσχων μεν, σε άριστη όμως σωματική υγεία. Πάντα ο Γιώργος στην κουβέντα έθετε το θέμα του χαμηλού προσδόκιμου ζωής των ψυχικά πασχόντων, αποδίδοντάς το στην υψηλή δοσολογία φαρμάκων.

Έγραφε: «Καλύτερα να μη συζητήσουμε ποιος είναι ο προσδόκιμος χρόνος ζωής και ποια η αναλογία θανάτων ανάμεσα στους χρήστες ψυχοφαρμάκων και στον γενικό πληθυσμό [...] Πόσοι από αυτούς που καταναλώνουν ψυχοφάρμακα έχουν ενημερωθεί ότι το προσδόκιμο ζωής τους είναι δεκαπέντε χρόνια περίπου κάτω του υπόλοιπου πληθυσμού και ότι η αναλογία θανάτων μεταξύ των χρηστών ψυχοφαρμάκων και του γενικού πληθυσμού είναι 20/1. Αν αυτό δεν είναι κοινωνική ευγονική τότε τι είναι; [...] Μαθαίνω ότι σε άλλα κράτη της Ε.Ε. σιωπηρά αν όχι επίσημα μπορεί ένας ψυχασθενής να δοκιμάσει εναλλακτικές μεθόδους θεραπείας χωρίς ψυχοφάρμακα. Εδώ αν υποβάλεις τέτοιο αίτημα θα νομίσουν ότι τρελάθηκες πιο πολύ [...] Αυτά τα χημικά έχουν τόσες παρενέργειες πολλές φορές θανατηφόρες που πολλοί από εμάς προβληματίζονται σοβαρά για την αναγκαιότητα της λήψης τους [...] Εδώ ισχύουν και ντιρεκτίβες των ψυχοφαρμακευτικών εταιρειών, και δεν νομίζω ότι τα συμφέροντα των εταιρειών αυτών είναι ίδια με τα συμφέροντα των καταναλωτών ψυχοφαρμάκων. Κάθε άλλο μάλιστα.»

Προφητικός; Τεκμηριωμένος; Και τα δύο; Πάντως ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος έφυγε από τη ζωή στα 57 του χρόνια.

Ο Γιώργος ήταν βαθύς μελετητής της ανθρώπινης ύπαρξης και του ευρύτερου κοινωνικού γίγνεσθαι. Η βιβλιοθήκη του ήταν φορτωμένη ίσαμε πάνω με βιβλία και, όσα δεν χωρούσαν στα ράφια, βρίσκονταν στιβαγμένα σε κούτες στο πάτωμα. Γνωριστήκαμε καλύτερα προ χρόνων, σ’ ένα ταξίδι μας για κάποιο συνέδριο, στη Θεσσαλονίκη. Βγήκαμε το βράδυ έξω, οι δυο μας, στα Λαδάδικα. Ήμερος, οξυδερκής, ευγενής, καλωσυνάτος. Κουβεντιάζαμε επί παντός επιστητού. Είχε πλατειά ενδιαφέροντα, βαθειές γνώσεις, ευρείς ορίζοντες. Μιλούσαμε για αρχαιολογία, μου έλεγε για τη χαμένη Ατλαντίδα, για παλιούς πολιτισμούς.

Στην πορεία γνώρισα και την άλλη όψη του Γιώργου: Τον μαχητή για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τον άξιο εκπρόσωπο των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, τον αγωνιστή για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όχι μόνο στα λόγια αλλά και με τη στάση ζωής του. Τον ελεύθερο άνθρωπο.

Ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος έσβυσε πρόσφατα, μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο. Ήθελε να πεθάνει όρθιος, δεν το κατάφερε όμως. Κατάκοιτος, με διαταραγμένο το οπτικό πεδίο, μη μπορώντας να διαβάζει τα αγαπημένα του βιβλία ούτε καν να βλέπει τηλεόραση. Με τη σκέψη όμως στραμμένη στους αγώνες για την ψυχική υγεία.

Στη τελευταία μας συνάντηση δυο βδομάδες περίπου προτού φύγει από κοντά μας, αν και είχε πια εμφανώς «βαρύνει», διατηρούσε αμείωτο το ενδιαφέρον του για τα ψυχιατρικά δρώμενα. Του είπα ότι σε λίγες μέρες επέκειτο η συνάντηση της «Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση». Δεν θα πήγαινα εγώ, τον ρώτησα όμως αν θα ήθελε να μάθω τι συζητήθηκε και να του έλεγα. Βεβαίως, το ήθελε πολύ, μου είπε. Δεν στάθηκε γραφτό όμως.

Το επόμενο ήταν ένα τηλεφώνημα που έλαβα λίγες μέρες μετά, από τον αδερφό του: «Ο Γιώργος μάς έφυγε». Μαζί με τη θλίψη ένοιωσα συνάμα και μια ανακούφιση. Δεν την ήθελε τέτοια ζωή ο Γιώργος, τό ‘χε δηλώσει εξαρχής: ήθελε να στέκεται όρθιος. Ένοιωσα παράλληλα κι ένα μεγάλο παράπονο, και θυμό. Γατί να χαθεί τόσο πρόωρα αυτός ο τόσο δημιουργικός, τόσο όμορφος Άνθρωπος; Χωρίς να δει τους αγώνες του να δικαιώνονται, τα όνειρά του να ευοδώνονται. Χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να αναδείξει –ούτε καν επαγγελματικά – την πραγματική του αξία, μόνο περιορισμένος να εργάζεται στο καφενείο του Δαφνιού και να κουβαλάει τις παραγγελίες από Τμήμα σε Τμήμα. Πάλι δηλαδή ο θεραπευθείς «ασθενής» να έχει ως μοναδική επαγγελματική διέξοδο τον ίδιο χώρο μέσα στον οποίο παλιότερα είχε τόσο πολύ πονέσει: Το ψυχιατρείο.

Θυμάμαι τα λόγια ενός άλλου Γιώργου, ενός άλλου οραματιστή, ψυχικά πάσχοντα κι εκείνου, του Γιώργου του Φαλελάκη, που έφυγε ξαφνικά από καρδιά στα 41 του χρόνια: «Εγώ» έλεγε «όταν πήρα εξιτήριο δούλεψα στην καντίνα του νοσοκομείου, αλλά μ’ έπαιρνε από κάτω. Ενώ μου άρεσε και τα λεφτά ήταν καλά, από ένα σημείο και μετά δεν άντεξα ψυχολογικά. Δεν άντεξα. Ο χώρος και... μου θυμίζανε το παρελθόν μου. Μου ήτανε εξαιρετικά βασανιστικό το πρωί που πήγαινα με το μηχανάκι για να πιάσω δουλειά κι έβλεπα την πύλη... Θα σου φανεί υπερβολικό αλλά νόμιζα ότι πήγαινα..., σαν να ‘κανα εισαγωγή».

Γιατί να είναι οι ψυχικά πάσχοντες χωρίς δουλειά, ή με εργασία υποδεέστερη των ικανοτήτων τους; Ας ακούσουμε τι έλεγε επ’ αυτού ο Γιώργος Γιαννουλόπουλος: «Η λεγόμενη ψυχική ασθένεια είναι αποτρεπτικός παράγοντας για πρόσληψη. Δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στη φερεγγυότητα των πολιτών με ψυχική διαταραχή οποιουδήποτε επιπέδου κι αν είναι αυτή. Από την άλλη πλευρά, όταν ένας εν δυνάμει εργοδότης τροφοδοτείται καθημερινά από τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης γενικά, με απόψεις που παρουσιάζουν τους ψυχικά πάσχοντες με ένα ορισμένο, τις περισσότερες φορές δυσφημιστικό τρόπο, υιοθετεί προοδευτικά μια λανθασμένη άποψη σχετικά με αυτούς. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τις προκαταλήψεις αιώνων, καταλαβαίνει κανείς πόση προσπάθεια και χρόνος χρειάζεται για να αλλάξει αυτή η εικόνα που έχει ο μέσος πολίτης για τα άτομα με ψυχολογικά προβλήματα. Όταν τροφοδοτείται κανείς με λάθος στοιχεία θα βγάζει και λάθος συμπεράσματα».

Και κάπου αλλού, με πικρία, έγραφε: «Σε πολύ κόσμο υπάρχει η άποψη ότι όποιος έχει ψυχολογικά προβλήματα είναι και διανοητικά κατώτερος, μέχρι και ηλίθιος και αντιμετωπίζεται ως τέτοιος μάλιστα από ορισμένους, με περιπαικτικό έως άκρως υποτιμητικό τρόπο». Σε μια κουβέντα που είχαμε, ο Γιώργος συνόψισε το τι ένοιωθε και το τι νοιώθουν πολλοί άλλοι άνθρωποι με ψυχιατρική εμπειρία σε μια φράση: «Εμείς είμαστε αναλώσιμοι». Έγραφε: «Όταν κάποιος χαρακτηρισθεί ψυχικά πάσχων (ψυχασθενής) παύει ουσιαστικά να έχει δικαιώματα και τίθεται στο περιθώριο ισοβίως, ιδιαίτερα αν ανήκει στους μη έχοντες και κατέχοντες. [...] Η έκφραση ‘δικαιώματα ψυχικά πασχόντων’ είναι οξύμωρη. Γιατί λέγοντας ψυχικά πάσχων σημαίνει ότι ‘αυτοδίκαια’ το άτομο αυτό δεν έχει δικαιώματα. Είναι πράγμα, ‘res’ (λατ.)»

Σε μια εποχή που τόσα και τόσα δικαιώματα διακυβεύονται στον χώρο της ψυχικής υγείας τώρα είναι, πιστεύω, η ύστατη ώρα να περισώσουμε ό,τι μπορούμε. Ώστε να απαλειφθούν - ή έστω να αμβλυνθούν - οι πολλαπλές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ψυχικά πάσχοντες, πέραν της ασθένειας αυτής καθ’ εαυτής: έλλειψη κοινωνικών και επαγγελματικών στόχων, απραξία, οικονομική ένδοια, πολυφαρμακία, πληγωμένη αξιοπρέπεια.... Ο κατάλογος είναι μακρύς και οι επιπτώσεις, σωρευτικά, τεράστιες. Την ευθύνη έχει βέβαια πρώτιστα η πολιτεία, που διακηρύσσει ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας» (2ο άρθρο του Συντάγματος). Αλλά ευθύνη έχουμε και όλοι μας, αν και εφ’ όσον υιοθετούμε το 1ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (10/12/1948):

«Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα».

Για τη μνήμη του Γιώργου Γιαννουλόπουλου. Του κάθε Γιώργου Γιαννουλόπουλου, προτού να είναι και για εκείνους αργά.


ΜΑΡΙΑ ΦΑΦΑΛΙΟΥ

______________________


Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΣΤΡΙΜΩΧΝΕΤΑΙ ΣΕ ΚΑΓΚΕΛΑ


Μνήμη Γιώργου Κοκκινίδη


Ναι, φίλε, ναι

είσαι νερό

είσαι λουλούδι

στην ξεραΐλα του δρόμου

στην ασκήμια της πόλης


Ναι, έτσι ήταν ο Γιώργος Κοκκινίδης, που έφυγε από κοντά μας πριν μερικούς μήνες, στα 57 του χρόνια από ανακοπή καρδιάς. Λουλούδι στην ξεραΐλα του δρόμου. Μέσα στη σημερινή όντως ασκήμια της πόλης, Άνθρωποι σαν τον Γιώργο μας αφήνουν μεγάλο κενό με τον χαμό τους. Σε μια εποχή που το δημόσιο σύστημα υγείας υποβαθμίζεται, που οι ψυχικά πάσχοντες κινδυνεύουν να επιστρέψουν στα άσυλα, τα ποιήματα ενός απ’ αυτούς - του Γιώργου Κοκκινίδη - είναι όσο ποτέ επίκαιρα. Ποιήματα που εκφράζουν ελπίδα και τρυφερότητα, συνάμα όμως βαθύ πόνο.


Άτιτλο


Έγινε μια πτώση δυναμικού,

βρέθηκα σ’ ένα πηγάδι,

κι ακόμα σε πληροφορώ,

τώρα ξέρεις πού βρίσκομαι,

το πηγάδι ήτανε πολύ βαθύ,

το φως της τρέλας λες εσύ,

η τρέλα το πηγάδι,

κι εγώ είμαι στα χείλη του πηγαδιού

και προσπαθώ να θεραπευτώ

σ’ ένα πηγάδι που έχει πατήματα αλλά γλιστράνε,

χωρίς σκοινί, χωρίς να υπάρχει κάποιος,

έτσι είναι ο κάθε τρελός εδώ, κατάλαβέ το.


Η ανείπωτη αγωνία συνοδεύεται κι από ακόμα πιο επώδυνες εμπειρίες, μέσα στο άσυλο. Εγκλεισμός, εγκατάλειψη, αίσθημα μηδαμινότητας.


Εγκλεισμός


Λευκό κελί

φιγούρες ακέφαλες


μπλε φως

κόκκινο στο βάθος

εξαφάνιση




Ψύχως


Πώς ρωτούν

ποιος είσαι «συ»;

Και δεν έχουν

εκείνη

την πολύτιμη αιδώ

να δουν τα μάτια του ρωτούμενου...

Κι αν δεν μπορούν κατ’ ευθείαν τα μάτια

ας κοιτάξουν το δάκρυ

κρύσταλλο που κυλά,

τόσο ζεστό στο μάγουλο.

Μόνο να δουν

το είδωλό τους το ψυχρό.

Λευκοί ντυμένοι

με υποδόρεια τη νόηση

ρωτούν...

Και γω να μη θυμάμαι

τίποτα από τα μάτια μου

τίποτα από τα δάκρυά μου.

Μόνο αυτούς στο Λευκό

Λευκό, λευκό

λευκό χαμόγελο

και κείνα τα χέρια.

Βλέπεις λειτουργούν

με αλυσίδες

σύρματα βελόνες

Ακόμα...


Ο Γιώργος Κοκκινίδης έζησε για 20 περίπου χρόνια στο Ψυχιατρείο της Σούδας. Κατόπιν στον ψυχιατρικό ξενώνα στη γενέτειρά του το Ηράκλειο. Η σκέψη του όμως ήταν πάντα στρεμμένη στους παλιούς συντρόφους του, που παρέμεναν έγκλειστοι.



Το εξιτήριό μου


Δεν θα μάθω τώρα που φεύγω

για σένα Αδελφέ...

τίποτε περισσότερο από όιτ σε γνώρισα

σε συνθήκες εγκλεισμού

και του μυαλού... και του σώματος.

Το ξέρω, με ένα ποτήρι

θα συνωστίζεσαι γύρω

από το τραπέζι, τρεις φορές,

να πάρεις διάφορα χάπια... και

ο άλλος με τα άσπρα, με μια κραυγή,

θα τεκμηριώνει την...

Ειδική σου ύπαρξη.

Τα βράδια καμιά φορά

το φεγγάρι θα μπαινοβγαίνει στο θάλαμό σου

να σε παρηγορήσει με την σιωπή!

Και συ δεμένος από το πόδι στο κρεβάτι

θα ξέρεις πως...

η ελευθερία δεν στριμώχνεται

σε κάγκελα.



Επισκέπτης


Ξένος

γιατί;

Ομοιότητες

το ξέρω

θα φύγω νωρίτερα

χωρίς εμπόδια.

Αλλά τα όρια

δεν είναι

τα τετραγωνικά σας

με τους τοίχους

με τις σιδερένειες αγκάθες.

Σας εύχομαι

κάθε καλή στιγμή σας

να διαρκεί περισσότερο.


Αν και γραμμένο πριν από αρκετές δεκαετίες, το ποιήμα αυτό μοιάζει προμήνυμα θανάτου. Ο τρυφερός, ο αγνός, ο στοχαστής μαθηματικός Γιώργος Κοκκινίδης έχει ήδη αρχίσει να αποχαιρετά τους παλιούς συντρόφους του, να αποχαιρετά και όλους εμάς. Βρίσκεται σε μια άλλη διάσταση, πέρα από όρια, δίχως χώρο ή χρόνο. Αν και ο Γιώργος, για μένα, βρισκόταν ανέκαθεν σε μια «άλλη διάσταση». Κάθε φορά που τον έβλεπα, που τον άκουγα, που τον διάβαζα, είχα την αίσθηση ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν ένας ταξιδευτής που τυχαία έπεσε πάνω σε τούτον εδώ τον πλανήτη. Ένας μυσταγωγός που προσπαθούσε με τη στάση ζωής του να μας κάνει συγκοινωνούς, να μας αφήσει παρακαταθήκη την άνευ όρων αγάπη του για τον άνθρωπο. Έτσι, τώρα νιώθω ότι ο Γιώργος απλά συνεχίζει το ταξίδι του σε άλλους τόπους, πιο φωτεινούς.


Αντίο, Γιώργο.



Άτιτλο


Στην Αφθαρσία

θα φθάσω

ομιλών Λαλιά

κυνηγετικού πουλιού

και οι Αετοί θα ζηλέψουν

πριν την πρώτη πτήση τους

Μα μετά μαζί θα

κυνηγούμε

όντα υπόγειας θάλασσας

όνειρα γραμμένα

να λυθούν

ως το Απόβραδο

της Λησμονιάς.

Άγριοι.



Άτιτλο


Θα ιερουργήσουμε

με χορό ερωτικό

να επανέλθουν οι καιροί

που πρωτοαγαπήσαμε.

Τώρα μας λεν νεκρούς

Αύριο το ίδιο

Μα μεθαύριο που

θα αρχινίσει

ο Χορός

Όλοι τους

θα ζηλέψουν.



Μαρία Φαφαλιού

Ο ψυχικά άρρωστος ως «θέαμα» στους αθηναϊκούς δρόμους

Η πλήρης μορφή της εργασίας των Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Τσιάμη, Παντελεάκου και  Πλουμπίδη βρίσκεται σε μορφή pdf εδώ.

Πηγή: aristotelous17.wordpress.com
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ
HISTORY OF MEDICINE
ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE 2009, 26(4):536-543

………………………………………..
Ε. Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Κ. Τσιάμης, Γ. Παντελεάκος, Δ. Πλουμπίδης
1. Ιστορία της Ιατρικής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
2. Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
………………………………………..
The mentally ill as a “spectacle” on the streets of Athens
Ο ψυχικά άρρωστος ως «θέαμα»στους αθηναϊκούς δρόμους
Ιστορικές και λογοτεχνικές μαρτυρίες από την πρωτεύουσα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα
Η ιστορία της Ψυχιατρικής, εκτός από τα επιτεύγματα και τις κατακτήσεις, περιλαμβάνει και μελανές σελίδες, όταν οι περιπλανώμενοι ψυχικά ασθενείς αποτελούσαν την εύκολη ψυχαγωγία των περαστικών και οι έγκλειστοι επιδεικνύονταν ως θέαμα στους επισκέπτες, σύμφωνα με πολλαπλές μαρτυρίες.
Στην Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα, όταν ο αριθμός των ψυχοπαθών διογκώθηκε ακολουθώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης του πληθυσμού της πόλης και η ελληνική Ψυχιατρική βρισκόταν στα πρώτα της βήματα, το θέμα αρχίζει να εμφανίζεται στις στήλες των εφημερίδων και στις σελίδες της αστικής πεζογραφίας. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας αλλά και μικρότερων αστικών κέντρων αποτελούν συχνά τόπους δημόσιας και ανέξοδης διασκέδασης με ευφάνταστες επινοήσεις σε βάρος των «τρελών» από τους συμπολίτες τους. Οι δημοσιογραφικές και λογοτεχνικές αναφορές μεταφέρουν τις κοινωνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές της εποχής εκείνης, επισημαίνοντας την αλλοτινή αντιμετώπιση του διαφορετικού και την έλλειψη ανοχής και αποδοχής του.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το θέμα της κακομεταχείρισης των αδύναμων και θυματοποιημένων ατόμων έχει απασχολήσει επανειλημμένα την παγκόσμια λογοτεχνία και εύλογα συμμετέχει και ηελληνική αστική κυρίως πεζογραφία, με συνακόλουθη τη δημοσιογραφία, που αποτελεί συνήθως αξιόπιστο δείκτη των κοινωνικών αντιλήψεων. Σε αρκετά διηγήματα, χρονογραφήματα και μυθιστορήματα ανιχνεύονται σκηνές βασανισμού, χλεύης, ευφάνταστης άσκησης βίας και εξευτελισμών ενός ακίνδυνου «παράφρονος» ή «τρελού» ή όπως αλλιώς προσδιορίζονται οι άστεγοι και περιπλανώμενοι ψυχικά άρρωστοι. Οι αφηγήσεις και οι περιγραφές αυξάνουν στο χρονικό διάστημα πριν ή λίγο μετά από την ίδρυση του πρώτου «Φρενοκομείου» της Αθήνας, του
Δρομοκαΐτειου.
2. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΥ
Την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής εκείνης φαίνεται να απασχολεί η περίθαλψη των ψυχικά πασχόντων. Τα εγκαίνια του Ψυχιατρείου ανακουφίζουν αλλά δεν επιλύουν απόλυτα
το πρόβλημα, καθώς μεσολαβούν πέντε χρόνια από τη δωρεά και την τελετή θεμελίωσης μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μεταφέρει για νοσηλεία μερικούς ασθενείς στη Μονή Δαφνίου, σύμφωνα με τη γενικευμένη στην Ελλάδα συνήθεια υποδοχής ενός μικρού αριθμού ψυχικά ασθενών σε μοναστήρια και εκκλησίες. Οι κριτικές του τύπου όμως ήταν αυστηρές και θεωρήθηκε ιεροσυλία αφενός ο εγκλεισμός τους και αφετέρου η μετατροπή της ιστορικής μονής σε ψυχιατρικό άσυλο. Την εικόνα αμαύρωναν ακόμη περισσότερο καταγγελίες για βασανιστήρια των τροφίμων, για μεσαιωνικά μαρτύρια, για εφαρμογή βίας και για μεθόδους συνετισμού και θεραπείας, ανορθόδοξες και απομακρυσμένες απ’ όσα πρεσβεύει η Ψυχιατρική. Οι καταγγελίες και οι διαμαρτυρίες ανάγκασαν τον πρωθυπουργό  Τρικούπη να επισκεφθεί αυτοπροσώπως τον τόπο των σιδηροδέσμιων ασθενών και το γεγονός καταγράφηκε στους στίχους αυτούς:
Κι ο Πρωθυπουργός εσχάτως ήτο στο φρενοκομείο…
Εις τα πρωινά μας φύλλα είχε φαίνεται διαβάσει
πως εις των τρελλών την ράχην πέφτει βούρδουλας ντεντίο
κι έσπευσε το πράγμα μόνος να ιδεί και εξετάσει.
Το στίγμα της νόσου καταδιώκει τον οικογενειακό και το φιλικό κύκλο των αρρώστων, ενώ συχνά ισοδυναμεί με θάνατο, αφού οι οικείοι τούς καταδικάζουν στην ανυπαρξία.
Στις αρχές του 20ού αιώνα έγραφε ο δεύτερος Διευθυντής του Δρομοκαϊτείου, ψυχίατροςΜιχαήλ Γιαννήρης, «Εις την χώραν μας, είμεθα ακόμη πολύ μακράν της στιγμής, καθ’ ην η παραφροσύνη θα εθεωρείτο εις τους οφθαλμούς πάντων ως ασθένεια, ως πάσα άλλη...».
Εκτός του πρωθυπουργού όμως, τη Μονή Δαφνίου επισκέφθηκε ο ποιητής Κ. Παλαμάς, ο οποίος κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα χρονογράφημα στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι», στις 15.7.1883, με το ψευδώνυμο «Ονουλουλού»:
“Δεν πιστεύομεν υπό επιφάνειαν φιλοστοργίας να υποκρύπτεται σκαιόν μυθιστόρημα ραβδοκοπημάτων. Υπάρχουσι βεβαίως αρκούσαι ελλείψεις, αίτινες όλως δεν δύνανται τόσω
να καταλογισθώσιν εις προσωρινόν απομονωτήριον, χρησιμεύον μόνον ως προσωρινός σταθμός μεταβάσεως εις την μέλλουσαν ζωήν των Ηλυσίων του Δρομοκαϊτείου. 
Και ο ποιητής συνεχίζει με μια πιστή περιγραφή των αθηναϊκών δρόμων και των ψυχικά ασθενών που κυκλοφορούν μόνοι, απροστάτευτοι, άστεγοι, χωρίς φροντίδα, αποδίδοντας παραστατικά μια όψη της πρωτεύουσας και των ηθών της:
“[Αι Αθήναι] ενδιαφέρονται διά τους τρελλούς των. Αι Αθήναι τους αγαπώσι τους τρελλούς των. Και απόδειξις πόσον εν αυταίς εδοξάσθη ο Δε Κάστρος,α και πόσοι άλλοι και άλλοι ευδαιμονούσιν. Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών.”
Ταυτόχρονα, καταγράφει τα ονόματα των επιφανέστερων και γνωστών γραφικών τύπων της πρωτεύουσας που εξαφανίστηκαν από το κέντρο της πόλης, όπου σύχναζαν προηγουμένως προσελκύοντας το ενδιαφέρον ή ακόμη και τη συμπάθεια των συμπολιτών τους. Η θετική αυτή αύρα που τους περιέβαλε δεν ήταν απαλλαγμένη από οίκτο μαζί με διάθεση για ανέξοδη διασκέδαση λόγω της παρουσίας τους, της εμφάνισής τους και των υπερρεαλιστικών διαλόγων που έχουν την ευκαιρία να δημιουργούν.
Συγχρόνως διεδίδετο ότι ως η πρώτη καταβολή του κεφαλαίου, απήχθησαν εκεί ο πρίγκηψΑθερινόπουλος, ο Πόλεμος, ο ερατεινότατος Παυλάκης, Κώστας ο ρήτορας και άλλοι.  Συγχρόνως και άλλων Κυριών ή Κυρίων η εξ Αθηνών απουσία διήγειρεν υπονοίας… Και αι Αθήναι επιθυμούν να πληροφορηθούν διά τους τρελλούς των.
3. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ
Από τους στίχους του Γ. Σουρή τον Απρίλιο του 1884 στο «Ρωμηό», την έμμετρη εφημερίδα που εξέδιδε ο ίδιος, μεταφέρεται αντιπροσωπευτικά η κοινή γνώμη της εποχής και τα θέματα που την απασχολούν. Η ίδρυση του πρώτου Ψυχιατρείου, του Δρομοκαΐτειου, θεωρήθηκε σημαντικό
γεγονός και η ατμόσφαιρα της εποχής αποδόθηκε με ποιητική διάθεση:
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων
ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων.
Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αυτός ο Κληροδότης
παιάνας και αποθέωσιν εις τρίτους ουρανούς!
Ευρέθη μεσ’ στους Χιώτηδες με γνώση κ’ ένας Χιώτης
Και εσκέφθη ο μεγάλος του και πρακτικός του νους
πως μέσα στην Ελλάδα μας που πλημμυρούν τα φώτα
Φρενοκομείον έπρεπε να γίνει πρώτα-πρώτα.
Η έλλειψη ψυχιατρείων στην πρωτεύουσα αλλά και στη χώρα ολόκληρη ήταν ενδεικτική του τρόπου αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου μέχρι τότε, ενώ η λειτουργία ενός και μοναδικού δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα. Ο ίδιος ποιητής επανέρχεται τον Αύγουστο του 1884, μεταφέροντας και πάλι τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στην αθηναϊκή κοινωνία της περιόδου αυτής και εκφράζει την ευχή να ιδρυθούν και άλλα ψυχιατρικά ιδρύματα.
Ευχόμεθα μετ’ ου πολύ και δεύτερον να γίνει και εν ανάγκη μάλιστα να κτίσωμεν και τρίτον,
γιατ’ είναι μονοπώλιον και η παραφροσύνη εδώ στη χώρα των Μουσών, στη χώρα των χαρίτων.
Η λειτουργία του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτηρίου έχει αφετηρία την 1.10.1887 και αυτή η ημερομηνία αποτελεί το ορόσημο για την ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα και το όνομα του πρώτου ψυχιατρείου συμβαδίζει με την πορεία της. Ο δεύτερος Διευθυντής του Μιχαήλ Γιαννήρης επισημαίνει ότι το ίδρυμα αυτό απέκτησε σύντομα καλή φήμη και συνεπώς την έγκριση και την αποδοχή όλων των κοινωνικών στρωμάτων: «…πρόσωπα που ευρίσκονται εις την κορυφήν της πυραμίδος της ελληνικής κοινωνίας εκδήλωναν την εμπιστοσύνην και την εκτίμησίν των εις το ίδρυμα… όπως το να προσφεύγουν εις τις υπηρεσίες του όταν στενοί συγγενείς τους είχαν ανάγκη ψυχιατρικής νοσηλείας».
Είναι ενδεικτικά τα ονόματα των λογοτεχνών που νοσηλεύτηκαν κατά καιρούς στο Θεραπευτήριο: Γεώργιος Βιζυηνός, Ρώμος Φιλύρας, Αρίστος Καμπάνης, Μιχαήλ Μητσάκης, Γεράσιμος Βώκος και μερικά από τα έργα τους έχουν δημιουργηθεί κατά τη
διάρκεια του εγκλεισμού τους, σε περιόδους πνευματικής διαύγειας. Η κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Λ. Τσιριμώκου μνημονεύει τη μακρόχρονη αντοχή των περισσοτέρων στα Ελληνικά Γράμματα, παρά την ψυχική τους νόσο και σχολιάζει ότι επιπόλαιοι συσχετισμοί βίου
και έργου περιθωριοποίησαν επί μακρόν το Μητσάκη στην περιοχή της «συμπαθούς γραφικότητας» ή της «ιδιάζουσας περίπτωσης», περιοχή στην οποία καθηλώθηκε επίσης επί
μακρόν ο Βιζυηνός και από την οποία επείγει να εξέλθει και ο Φιλύρας.
4. ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Αντίθετα, ζοφερή απεικονίζεται η εκτός ιδρύματος κατάσταση των ψυχοπαθών, όπως την καταγράφει σε μια διάλεξή του στον «Παρνασσό» ο παθολόγος του Δρομοκαΐτειου Γρηγόριος Λευκαδίτης:
Θα καλέσω το ακροατήριον, να με ακολουθήσει εις μίαν νοεράν ξενάγησιν ανά την πόλιν και την ύπαιθρον. Εκείθεν του ψυχιατρείου ασφαλώς θα ενημερωθεί και δη πληρέστατα επί της οφθαλμοφανούς διαφοράς. Ας ξεκινήσωμεν. Συνήθης είναι η περίπτωσις μιας κατηγορίας ατυχών πλασμάτων, τα οποία, ένεκεν αυτής ταύτης της, επικτήτου ή της συγγενούς,
παθήσεώς των, γίνονται το αντικείμενον ακαταπαύστων εμπαιγμών και διακωμωδήσεως αδυσωπήτου, αποβαίνοντα το όργανον ψυχαγωγίας θλιβεράς διά την ανοικτίρμονα μαρίδαν
του πεζοδρομίου.
Το Δρομοκαΐτειο, περίπου έως τη δεκαετία του 1920, δέχθηκε ασθενείς οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, μπορούσαν να καταβάλλουν νοσήλιο, καθώς και το Αιγινήτειο,
που λειτούργησε από το 1904, ως έδρα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ένας μικρός αριθμός περιπλανώμενων και πενήτων ψυχοπαθών παρέμεναν στα υπόγεια αστυνομικών τμημάτων, ενώ το άσυλο του Μοσχάτου, πρόδρομος του Δημόσιου Ψυχιατρείου Αθηνών, ιδρύθηκε το 1911–1912 για να δεχθεί αυτή την κατηγορία ασθενών.
Είναι ευνόητο, λοιπόν, ότι οι δρόμοι της Αθήνας είχαν ως μόνιμο θέαμα ορισμένους άστεγους και περιπλανώμενους ασθενείς. Οι χρονογράφοι και οι λογοτέχνες της πρωτεύουσας έχουν προσωπικές εμπειρίες από τη στάση των συμπολιτών τους, που συχνά διασκεδάζουν την πλήξη τους με την «παράσταση» του άτυχου ψυχασθενούς ή προκαλούν τις αντιδράσεις του με κοροϊδίες, πειράγματα, κτυπήματα, σπρωξιές και κάθε είδους κακομεταχείριση, κατάβρεγμα,
πέταγμα αυγών, λαχανικών, χωμάτων, ακαθαρσιών και οτιδήποτε άλλο υπαγορεύει μια ευφάνταστη ομήγυρη, τα μέλη της οποίας συναγωνίζονται σε εφευρετικότητα δοκιμασιών.
Στα κείμενα των δημοσιογράφων και των πεζογράφων παρελαύνουν διάφοροι γραφικοί και ακίνδυνοι τύποι, προκλητικοί όμως για τα ένστικτα του όχλου: ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μιχαήλ Μητσάκης, όταν χάνει τα λογικά του και, παρά τις κατά καιρούς νοσηλείες του στο Φρενοκομείο Κέρκυρας και στο Δρομοκαΐτειο, ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα στους δρόμους. Η μαρτυρία του εκδότη της εφημερίδας «Ο Νουμάς» Δημήτρη Ταγκόπουλου είναι συγκλονιστική:
Ανέβαινα βράδυ προς το Σύνταγμα, όταν έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τον εσταύρωναν. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε κραυγές άναρθρες, και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί. Επήγα κατ’ επάνω τους. Πριν τους φτάσω, μ’ επλησίασε ο Μητσάκης. Και με ύφος παρακλητικό, −Κύριε, μου είπε. Σώστε με απ’ αυτούς τους κάφρους.
Πριν όμως ο ευφυής Μητσάκης εμφανίσει κρίσεις βίας εναντίον όσων τον αμφισβητούσαν και πριν αρχίσει να βλέπει παντού εχθρούς που τον καταδιώκουν, είχε ασχοληθεί με το θέμα της διαπόμπευσης των ψυχικά ασθενών στα διηγήματά του «Εις τον οίκον των τρελλών», «Παράφρων»και «Τρελλός». Στο πρώτο από αυτά, με αφετηρία τη δημοσιογραφική του επίσκεψη στο Φρενοκομείο Κέρκυρας, καταδύεται στον κόσμο των παιδικών του αναμνήσεων
και ζωντανεύει την ιστορία του «τρελού» της Σπάρτης. Τον θυμόταν να περιφέρεται χειμώνα-καλοκαίρι και να αναπαύεται έξω από τα καταστήματα της αγοράς ή στην είσοδο κάποιου αχυρώνα, να μονολογεί, να γρονθοκοπεί αφανείς εχθρούς ή να τρέπεται σε φυγή, να τραγουδάει
ακατάληπτους στίχους ή να ξεσπάει σε λυγμούς. Ωστόσο, ο συγγραφέας εστιάζει στο θέμα της κακομεταχείρισής του από τον πληθυσμό της πόλης και μάλιστα εξειδικεύει το είδος του βασανιστηρίου ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα των δημίων του: Τα παιδιά του δημοτικού σχολείου ξεφώνιζαν πίσω του τραβώντας τα σκισμένα του ρούχα ή τον λιθοβολούσαν. Οι μαθητές του γυμνασίου τον κτυπούσαν, τον κυλούσαν στη λάσπη ή στη σκόνη και του έδιναν τσιγάρα που περιείχαν πυρίτιδα για να γελάσουν βλέποντας να φλέγονται οι τρίχες της γενειάδας του. Τον έφερναν δεμένο σε κεντρικά σημεία, όπου υπήρχε φιλοθεάμον κοινό για να
τον εκτελέσουν εικονικά προς τέρψιν των περιϊσταμένων και αναπλήρωσιν άλλης δημοσίας διασκεδάσεως. Αν έλειπεν αυτός θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέστως τας μακράς
αέργους ώρας των οι κάτοικοι.
Ο Μητσάκης στηλιτεύει τη συμπεριφορά των «λογικών», ευαισθητοποιημένος πρόωρα, σχεδόν προφητικά, αφού και ο ίδιος θα ακολουθήσει την τραγική μοίρα αυτών των πλασμάτων στην ηλικία των 33 ετών. Θα ζήσει αυτά που περιγράφει και θα έχει το άδοξο και οικτρό τέλος των
περισσοτέρων ψυχικά άρρωστων, όπου ο βιολογικός του θάνατος θα επιβεβαιώσει τον κοινωνικό. Η σύντομος αύτη βιογραφία του ταλαιπώρου τούτου θα ηδύνατο να θεωρηθεί ως κοινή των εν Ελλάδι φρενοβλαβών. Την οικτράν ταύτην ζωήν διανύουν και εις το άθλιον τέλος
του καταλήγουν όλοι σχεδόν όσοι έχουν το ατύχημα να περιπέσουν εις το πάθημά του… [Ο παράφρων] σύρεται εις τας οδούς, βασανίζεται παντοιοτρόπως υπό των φρονίμων, λιμώττει, γυμνητεύει, παγώνει υπό τον άνεμον, ψήνεται υπό τον ήλιον, αποκτηνούται ή αποθηριούται και τελειώνει εκ συμβεβηκότος τινός ελεεινώς τας πολυπαθείς του ημέρας στερών τους συμπολίτας του, οίτινες τότε μόνον ενθυμούνται να τον λυπηθώσι, του αθύρματος και της διασκεδάσεως αυτών. Διότι η συμφορά αύτη, η φοβερωτέρα όλων όσας δύναται να πάθει τις και ήτις έπρεπε μάλλον οιασδήποτε άλλης να ελκύει τον οίκτον, ως επί το πλείστον κινεί κατά προτίμησιν μάλλον πάσης άλλης τον γέλωτα και την φαιδρότητα.
Ο συγγραφέας επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα στο διήγημά του «Παράφρων» μεταφέροντας τη δράση στην Αθήνα και ειδικά στην πλατεία Κολωνακίου, όπου συχνάζει
ο ήρωάς του με κουρελιασμένη στρατιωτική στολή, καθώς η πάθησή του χαρακτηρίζεται ως «στρατιωτική μανία». Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τη γνωστή πλατεία, το ανώμαλο έδαφος, τις πέτρες, τη σκόνη και τη λάσπη, την οικτρή κατάσταση του οδοστρώματος και τη δυσκολία διέλευσης τις νύχτες με τον ελλιπέστατο φωτισμό και τα ποικίλα εμπόδια (θέμα που επαναλαμβάνεται στις ζοφερές καταγραφές και άλλων πεζογράφων της εποχής: Βώκου,
Ροΐδη, Κονδυλάκη, Σπανδωνή):
Αποπειρώμενος να διέλθεις αυτήν νύκτα πρέπει να θεωρήσεις σεαυτόν ως όλως εξαιρέτως ευνοηθέντα υπό της μοίρας και υπ’ αγνώστου θαυματουργού θεότητος ποδηγετηθέντα
χωρίς να το εννοήσεις αν κατορθώσεις να διαπεραιωθείς εκτός του χώρου αυτού, χωρίς να αισθανθείς την ανάγκην να διευθυνθείς αμέσως σύρων τα υπολειφθησόμενα τυχόν
ακόμη σώα εκ των τεσσάρων άκρων σου κατ’ ευθείαν προς το χειρουργικόν τμήμα του Δημοτικού Νοσοκομείου. Εκεί περιφέρεται ο «παράφρων» που όλοι τον χαιρετούν, τον πειράζουν, αισθάνονται πιθανώς ιδιαιτέραν ηδονήν προκαλούντες αυτόν εις συνδιάλεξιν, εις διήγησιν, και μάλιστα εις έξαψιν, ενώ και η παραμικροτέρα λέξις του εγείρει κύματα κτηνώδους ευφροσύνης παρά τω όχλω, τω ανακινουμένω εντός των πέριξ καταστημάτων ή διαβαίνοντι.
Όπως αποκαλύπτεται, η γενεσιουργός αιτία του ψυχικού του νοσήματος υπήρξε η κατάταξή του στο στράτευμα και η άμεση αποστολή του στο μέτωπο. Η πρώτη επαφή του με τις εχθροπραξίες τον έτρεψε σε φυγή και έκτοτε, σβήνοντας τα γεγονότα, τα αντικατέστησε με φανταστικές περιπέτειες ανδραγαθίας επινοώντας και ανύπαρκτα τραύματα. Οι περαστικοί και οι εργαζόμενοι
στα γύρω καταστήματα διασκεδάζουν καθώς τον καλούν κοροϊδευτικά για κέρασμα και ανταμείβουν την ευπιστία του με κτυπήματα. Την εικόνα συμπληρώνει επεισόδιο με διερχόμενο σοβαροφανή λοχία, που στη φορτική αίτηση του «παράφρονα» για ελεημοσύνη απαντάει με τόσο ισχυρό ράπισμα που τον ρίχνει στη λάσπη, ενώ η ενορχηστρωμένη αντίδραση του περίγυρου είναι χλεύη και γέλια, τα οποία ενισχύονται από σκόπιμη κλωτσιά τη στιγμή που το θύμα προσπαθούσε να σηκωθεί.
Η επόμενη σκηνή διαπόμπευσης και κακομεταχείρισης ψυχικά άρρωστου προέρχεται από το μυθιστόρημα του Ιωάννη Κονδυλάκη «Οι άθλιοι των Αθηνών», γραμμένο το 1894, όπου επιχειρείται μια χαρτογράφηση του υπόκοσμου της πρωτεύουσας αλλά ταυτόχρονα και –θέμα προσφιλέστατο στους Αθηναιογράφους– των δρόμων της. Σε ένα κεντρικό σταυροδρόμι της πόλης, στα Χαυτεία –διασταύρωση των οδών Σταδίου και Αιόλου– ο ήρωας του έργου, που μόλις έχει επιστρέψει από το εξωτερικό, παρατηρεί πλήθος θορυβούν και αρχικά νομίζει ότι πρόκειται για όμιλο μετημφιεσμένων αλλά πλησιάζοντας αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι εκείνοι διασκέδαζον, ως συνήθως γίνεται, βασανίζοντες έναν ρακενδύτην, παράφρονα κατά πάσαν πιθανότητα, όστις εχειρονόμει και εκραύγαζε μανιωδώς. Ο συγγραφέας προσφέρει στους αναγνώστες του τη γνώριμη μορφή του «τρελού» με τα κουρελιασμένα ρούχα, το τσαλακωμένο και ρυπαρό καπέλο, τα μακριά και ακατάστατα μαλλιά και τις απτές αποδείξεις της κακομεταχείρισης: Επί του μετώπου έφερε κυανούν μώλωπα και διαφόρους εκδοράς και εξελκώσεις βδελυράς εις διάφορα μέρη του προσώπου.
Ο όχλος ανενόχλητος από την παρουσία αστυνομικών κλητήρων, εκπροσώπων του νόμου, κτυπά στο κεφάλι, δίνει χαστούκια και πετά ψηλά το καπέλο του «τρελού», ενώ νεαρός αμαξηλάτης τον σπρώχνει να κυλιστεί στη λάσπη.
Ενώ δε προσεπάθει να ανεγερθεί, εις υπηρέτης καφενείου σπεύσας εκένωσεν επ’ αυτού ολόκληρον τενεκέν νερού. Τότε πλέον εξεκαρδίσθηκαν γελώντες όλοι οι θεαταί.
Ο παρατηρητής-ήρωας του μυθιστορήματος, με πρόσφατες τις εντυπώσεις από άλλες, περισσότερο πολιτισμένες χώρες, αγανακτεί με όσα διαδραματίζονται μπροστά του
και απευθύνεται στα όργανα της τάξης για να πάρει τηναπάντηση:
− Και τι με μέλει ’μένα; Μήπως μ’ έβαλαν να φυλάω τους μουρλούς; Αυτός τα θέλει και τα παθαίνει…
Εγένετο νέα έκρηξις γελώτων θορυβωδεστέρων. Ενώ προσεπάθει να εγερθεί βλασφημών, του έρριψαν φούκτα αλεύρου, όπως δε ήτο κάθιδρος, μετεμορφώθη εις πουδραρισμένον παλιάτσον.
Τη στιγμή εκείνη πλησιάζει άλλος όμιλος μεταμφιεσμένων, αυτή τη φορά που επιχειρεί να τον προσεταιριστεί για να διαποικιλθεί το θέαμα. Το θύμα σκίζει τη μάσκα ενός από αυτούς και τον κτυπάει αλλά η ομάδα ανταποδίδει με τόκο τα κτυπήματα και το μαρτύριο θα μπορούσε να
συνεχιστεί για πολύ ακόμη, αν οι αστυνομικοί κλητήρες δεν θεωρούσαν κατάλληλη τη στιγμή για επέμβαση και τερματισμό της διασκέδασης. Η ομήγυρις διαμαρτύρεται και το όργανο της τάξης βέβαιο ότι συντελεί εις την γενικήν θυμηδίαν, κατήνεγκε δυνατούς κολάφους εις τον αυχένα του
αθλίου παράφρονος.
Ο Κονδυλάκης στο πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα σχολιάζει, παρατηρεί, σημειώνει, καταγράφει
και συχνά καταγγέλλει εκείνα που αμαυρώνουν την Αθήνα και τους παντοειδείς «αθλίους» της, αλλά κυρίως ασχολείται με το θέμα της προστασίας –ή της έλλειψής της– των ανυπεράσπιστων (βρεφών, νεανίδων, άρρωστων ψυχικά) στις απάνθρωπες συνθήκες της πρωτεύουσας. Στις σελίδες του περιλαμβάνει μια μοναδική σκηνή παιδικής κακοποίησης ενός ανήλικου λούστρου που οι δικοί του τον έχουν πουλήσει σε ένα αφεντικό που εκμεταλλεύεται την εργασία του και, στην απόπειρα να ξεφύγει, τον δέρνει μέσ’ στη μέση του δρόμου και τον στέλνει ημιθανή στο νοσοκομείο, χωρίς να τολμήσει κανένας περαστικός να επέμβει και να τον σώσει από το δήμιό του.15 Με τη σειρά τους, αρκετοί κριτικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας επισημαίνουν αυτή
την όψη των αθηναϊκών δρόμων με τον πανίσχυρο όχλο εναντίον κάθε ανυπεράσπιστου πλάσματος. Σε εργασία με θέμα τους συλλογικούς φόβους, η Ζ. Σαλίμπα αναφέρεται στην περίπτωση του ανθρωπομαζώματος ή δουλεμπορίου των παιδιών που «ενοικίαζαν» ή «πωλούσαν» οι άπορες οικογένειες, σωματεμπόριο που επειδή ακριβώς διαδραματίζεται σε δημόσιους χώρους και είναι ορατή από όλους η κακομεταχείριση αυτών των παιδιών-σκλάβων, περιγράφεται και καταγγέλλεται.
Στο έργο της «Η ζωή εν τη πρωτευούση» η Γ. Γκότση αναφέρεται στο Μ. Μητσάκη και στην ικανότητά του με τις περιγραφές του να στρέφει το φακό και να φωτίζει εκφάνσεις της ζωής στην πόλη, όπως τη βάναυση μεταχείριση ζώων ή ψυχικά άρρωστων, που περιέχουν οι «Αθηναϊκές σελίδες» του. Επιπλέον, η κριτικός υποστηρίζει ότι η οικτρή παράσταση του βασανισμού
αθώων θυμάτων αποκαλύπτει την επιθυμία για κυριαρχία που ενυπάρχει τόσο σε αυτούς που ασκούν τη βία όσο και σε εκείνους που καταναλώνουν το θέαμα. Χαζεύοντας ή διασκεδάζοντας με την άσκηση βίας οι συναθροισμένοι θεατές μετέχουν της αποτρόπαιης ισχύος του θύτη.
Η Λ. Τσιριμώκου στη «Λογοτεχνία της πόλης» επισημαίνει μια κοινωνική διάσταση στο θέαμα των «απροστάτευτων» πλασμάτων του δρόμου, που απειλεί να τα καταπιεί «η χοάνη της αμαρτωλής πόλης». Και συνεχίζει την άποψή της, υποστηρίζοντας ότι οι περιπλανώμενοι στους δρόμους κάτω από το βάρος της αστικής ηθικής μειώνονται δραστικά, επειδή καθιερώνεται η στρατηγική του εγκλεισμού (σχολεία, σωφρονιστήρια, παρθεναγωγεία, οικοτροφεία,
ψυχιατρεία, άσυλα, θεραπευτήρια, ορφανοτροφεία). Η λογοτεχνία της εποχής συχνά προπαγανδίζει το Βρεφοκομείο, το Δρομοκαΐτειο, τη Σχολή Απόρων Παίδων του συλλόγου
«Παρνασσός» και άλλα ευαγή ιδρύματα, για να αναδείξει την αντίθεση κοινωνικής υγείας και παθολογίας, την οποία αντιπροσωπεύουν τα αποτρόπαια ήθη του υποκόσμου των μεγαλουπόλεων και συνεπώς και του αθηναϊκού. Σύμφωνη άποψη εκφράζει και η Μ. Κορασίδου στο έργο της «Οι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους», ότι δηλαδή για την αστική συνείδηση ο δρόμος αντιπροσώπευε έναν ασταθή και αβέβαιο τόπο που ερχόταν σε αντίθεση με τη γαλήνη και την ηρεμία του σπιτιού.
Γραμμένο λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν ήδη λειτουργούν περισσότερα από ένα ψυχιατρεία στη χώρα, ένα σύντομο αφήγημα του πεζογράφου Παύλου Νιρβάνα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του «τρελού του Πειραιά», με αφορμή το θάνατο του τελευταίου, τον οποίο ο συγγραφέας πληροφορήθηκε από σχετικό χρονογράφημα. Η φτώχεια και ο ξεπεσμός οδήγησαν τον ήρωα στην παράνοια και αφού επείνασε, εδίψασε και είδε το τελευταίον του κοστούμι να κουρελιάζεται επάνω εις το άθλιον σαρκίον του… ενεφανίσθη εις την αγοράν ως εκατομμυριούχος σκορπίζων δεξιά και αριστερά εκατομμύρια, και δεχόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν σάπια λεμόνια, σάπιες ντομάτες… Η ανία των δρόμων, των καφενέδων και όλων των κέντρων της επαισχύντου αργίας
τον αντίκρυσεν ως ουρανόπεμπτον.
Τα γεγονότα που περιγράφει ο Παύλος Νιρβάνας ευθυγραμμίζονται και σχεδόν ταυτίζονται με εκείνα των προηγούμενων συγγραφέων. Οι περιγραφές τους αναπαράγουν την ίδια σκληρότητα αντιμετώπισης από το ανώνυμο πλήθος. Οι σκηνές που ακολουθούν ελάχιστα διαφοροποιούνται
στη μεθοδολογία της κακομεταχείρισης. Και ο τρελός εσήκωσεν, από την στιγμήν αυτήν, εις τους
σκεβρωμένους του ώμους όλην την βαναυσότητα των γνωστικών. Την εσήκωσεν εις καφέδες χυμένους επάνω στα κολάρα του, εις βρώμικα νερά αδειασμένα επί της κεφαλής του, εις καβαλίνες κολλημένες επί της ξεβαμμένης ρεδιγκότας του –τελευταίου λειψάνου ενός γραφειοκράτου– εις υπολείμματα τεντζερέδων πασαλειμμένων επί του τριχώματός του. Ένας ζωντανός τενεκές σκουπιδιών περιφερόμενος εις τους δρόμους.
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι σημερινές αντιλήψεις για τις ψυχικές παθήσεις έχουν επηρεάσει εκτός από τη θεραπευτική μεθοδολογία και την ιατρική αντιμετώπιση, τις κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές καθώς και τη θέση των ασθενών στον οικογενειακό και τον ευρύτερο περίγυρο. Χωρίς να εκλείψει εντελώς το στίγμα της «τρέλας», η βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης των αρρώστων εντός και εκτός νοσηλευτικών ιδρυμάτων είναι σαφής, ενώ η διαφοροποίηση στις θεωρίες παθογένεσης έχει ως αποτέλεσμα την εξίσωση των ψυχικών με τα άλλα νοσήματα. Οι σκηνές που παραστατικά μετέφεραν στα κείμενά τους οι πεζογράφοι του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού είναι αντιπροσωπευτικές μιας εποχής πολύ πιο περιορισμένης στα θεάματα και τις διασκεδάσεις,
ώστε να χειρίζεται το ανώνυμο πλήθος τους αδύναμους (ανάπηρους, ψυχικά άρρωστους, παιδιά, αρκούδες και πιθήκους), με σκοπό την ψυχαγωγία.
Η επίδειξη των παραφρόνων αποτελεί παλαιότατη συνήθεια, γράφει ο Michel Foucault,20 και αναφέρει τους «πύργους των τρελών» με κάγκελα στα παράθυρα που επέτρεπαν την παρατήρηση των εγκλείστων από τους περαστικούς. Η συμπεριφορά αυτή προϋποθέτει ότι ο
άνθρωπος-θέαμα θεωρείται, έστω προσωρινά, ως ριζικά διαφορετικός από αυτούς που τον παρατηρούν. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και στα Ψυχιατρεία Bethlam του Λονδίνου καιBicêtre του Παρισιού, όπου αποτελούσε προσφιλή κυριακάτικη διασκέδαση των επισκεπτών.
Ο Mirabeau στο βιβλίο του Mémoires d’ un voyageur anglais αναφέρει, επιπλέον, ότι οι φύλακες επιδείκνυαν τους τρελούς, όπως τις μαϊμούδες στο πανηγύρι και ότι ορισμένοι δεσμοφύλακες
ήταν ονομαστοί για την ικανότητά τους να τους εκπαιδεύουν σε χορευτικά και ακροβατικά κόλπα με τη χρήση του μαστίγιου. Η καταγγελία αυτής της επίδειξης των ασθενών αποτέλεσε κοινό τόπο της Ψυχιατρικής και μια από τις αιτίες του εγκλεισμού των ασθενών σε ιδρύματα, μακριά
από το βλέμμα των πολλών.
Παλαιά είναι και η περιπλάνηση της τρέλας στους δρόμους μέσα στο κοινωνικό τοπίο, συναντώντας όλο το φάσμα των αντιδράσεων από την κοινότητα, που κυμαίνονται από την αποδοχή μέχρι την απέχθεια και την καταδίωξη.
Ο Foucault στην «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή» παραθέτει ένα ποίημα του François Colletet από το «Le Tracas de Paris»
J aperçois dans cette avenue
Un innocent suivi d enfants
Ce pauvre fou, que veut il faire
[Βλέπω σ’ αυτό το μονοπάτι
έναν αθώο να τον ακολουθούν παιδιά
τούτος ο κακόμοιρος τρελός, άραγε τι θέλει να κάνει]
Η πορεία της εξέλιξης προς μια μεταχείριση φιλάνθρωπη και στοργική προς τους ψυχικά ασθενείς, με κατανόηση και ανοχή, γνώρισε εμπόδια και παλινδρομήσεις, φωτεινές αντιλήψεις, σκοταδιστικές απόψεις, αναθεωρήσεις, επαναπροσδιορισμούς. Η χλεύη και η κακοποίηση των
περιπλανώμενων ασθενών στους δρόμους ίσως δεν αποτελεί το χειρότερο βασανιστήριο σε σχέση με τα μαρτύρια και την ψυχική ερημοποίηση των εγκλείστων στα άσυλα, όμως η παρουσία τους στην αστική σκηνή καταγράφηκε πολύ περισσότερο από τους ευαίσθητους παρατηρητές-λογοτέχνες. Στις περιγραφές τους καθρεφτίζουν τη συλλογική συνείδηση της κοινότητας που αντιδρά στη διαφορά και περιχαρακώνεται στην ομοιομορφία της και αυτό όσο περισσότερο είναι κλειστή στις έξωθεν επιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές πέρασαν από τις βαναυσότητες και την κακομεταχείριση σε ηπιότερες συμπεριφορές και πορεύονται προς κάποιες μορφές ανοχής και σε κάποιες περιπτώσεις αποδοχής.

Η πλήρης μορφή της εργασίας των Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Τσιάμη, Παντελεάκου και  Πλουμπίδη βρίσκεται σε μορφή pdf εδώ.