Affichage des articles dont le libellé est βιβλία/books. Afficher tous les articles
Affichage des articles dont le libellé est βιβλία/books. Afficher tous les articles

21/10/2013

Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές - Το Παιχνίδι

Το ηλεκτρονικό παιχνίδι "Ο Ναβίντ δεν ήρθε για διακοπές" είναι ένα εκπαιδευτικό παιχνίδι με θέμα τους πρόσφυγες που έχει σχεδιαστεί για να παιχτεί μέσα στη σχολική τάξη ή με τους γονείς στο σπίτι.
Το παιχνίδι έχει δυο παιδαγωγικούς στόχους:
  • Να ενημερώσει τα παιδιά για όσα συμβαίνουν στις χώρες καταγωγής των προσφύγων, τις δυσκολίες και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν στην απόφασή τους να φύγουν για να σωθούν.
  • Να παρουσιάσει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τους οργανισμούς αρωγής των προσφύγων και να τα ευαισθητοποιήσει ώστε να κατανοήσουν τη θέση και τα προβλήματα κάποιων ξένων που ζουν στην Ελλάδα.
Στο παιχνίδι περιγράφεται ρεαλιστικά η κατάσταση μιας χώρας που έχει δικτατορία και στην οποία καταπατώνται βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.
navid first

Όλα ξεκίνησαν από το ομώνυμο βιβλίο (των εκδόσεων Κέδρος), στο οποίο παρουσιάζεται η καθημερινή ζωή ενός δεκάχρονου αγοριού μέσα από τις εκθέσεις που γράφει στην Ε' δημοτικού.
"Εκείνη τη χρονιά ήρθε από κάπου μακριά ένα καινούριο παιδί στην τάξη, ο Ναβίντ, που δεν ξέρει καλά ελληνικά και που είναι όχι μαύρος- μαύρος, αλλά σκούρος, μαυριδερός...
Αλλά ποιος είναι αυτός ο Ναβίντ; Σίγουρα δεν ήρθε για διακοπές, γιατί  φυσικά όταν έχουμε διακοπές δεν πάμε στο σχολείο..."


Και  έτσι ξεκινάει μια ιστορία με πολλά γιατί…
Το παιχνίδι μας μεταφέρει στη χώρα του Ναβίντ, προτού φτάσει στη χώρα μας. Στην πατρίδα του έχουν δικτατορία, όπου κυνηγούν τους ανθρώπους για τις ιδέες τους, με αποτέλεσμα ο Ναβίντ και η μητέρα του να προσπαθούν  να φύγουν, όπως πολλοί άλλοι, για να σωθούν και να φτάσουν στην πρώτη ασφαλή χώρα, την Ελλάδα.
Τι θα κάνει ο Ναβίντ; Θα τον κυνηγήσουν; Πού πρέπει να απευθυνθεί για βοήθεια; Θα βρει βοήθεια ή θα πέσει θύμα εκμετάλλευσης; Πώς θα βγει από τη χώρα και πώς θα ταξιδέψει; Τι χρειάζεται να έχει μαζί του; Τι θα αντιμετωπίσει στο ταξίδι; Πολλά ερωτηματικά που ξεδιαλύνονται στην πορεία του παιχνιδιού καθώς ο παίκτης κινείται στην οθόνη του υπολογιστή.

Παίξτε το παιχνίδι στο http://www.navid.gr/

Ένα book trailer από τους Tiiinewzfilms για "Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης"



Μια συγγραφέας, ένα βιβλίο, μια κινηματογραφική ομάδα, ένας μουσικοσυνθέτης-τραγουδοποιός, ένα βιβλιοπωλείο… Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της Σοφίας Κολοτούρου, «Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης», η Άτυπη Κινηματογραφική Συμμορία tiiinewzfilms παρουσιάζει ένα βίντεο-book trailer. Το σενάριό του αντλεί χαρακτήρες από το περιεχόμενο του βιβλίου, διατηρώντας ωστόσο μια ιδιότυπη αυτοτέλεια. Με αφορμή τη νέα τους δουλειά, αναδημοσιεύουμε συνέντευξη των Tiiinewzfilms στο περιοδικό SOUL (#74).



Γιατί «Άτυπη Κινηματογραφική Συμμορία» και τι σημαίνει «tiiinewzfilms»; Άτυπη, γιατί ποτέ δεν υπακούσαμε στους κινηματογραφικούς κανόνες, και Συμμορία, γιατί ως συλλογικότητα πάντα κινούμαστε στις παρυφές του καλλιτεχνικού περιθωρίου. Το tiiinewzfilms προήλθε το 2006 από ατάκα εσωτερικής κατανάλωσης που δεν σημαίνει κάτι περισσότερο από το «Τι νέα;». Το συγκεκριμένο όνομα μας χάριζε τη σιγουριά ότι κανείς δεν θα το έχει σκεφτεί πριν από μας. Τελικά συνειδητοποιήσαμε ότι κανείς δεν μπορεί και να το προφέρει, πέρα από μας.
Πόσα μέλη αποτελούν τη Συμμορία σας; Στον βασικό πυρήνα είμαστε τρεις (Θάνος Καρβούνης, Δήμος Καπόγιαννης και Axel Καπόγιαννης). Διαρκώς, βέβαια, συνεργαζόμαστε με αρκετό κόσμο που δεν θεωρείται μέλος μας, αλλά σε κάθε ευκαιρία στηρίζει το εγχείρημά μας.
Πόσες ταινίες έχετε γυρίσει; Πού μπορεί να τις δει κανείς; Έχουμε γυρίσει επτά ταινίες μικρού μήκους και μία μεσαίου. Όλες είναι αναρτημένες στο site μας, www.tnfilms.gr, μαζί με videoclips, videoart και παρουσιάσεις που έχουμε επιμεληθεί. Κατά καιρούς, βέβαια, οι ταινίες μας περιφέρονται σε μικρά ή μεγαλύτερα φεστιβάλ, σε πολιτιστικά στέκια, λέσχες αλλά και μικρά εναλλακτικά καφέ.
Πώς αλήθεια εκφράζει κανείς «ευθαρσώς ό,τι πιο νέο στον χώρο του σινεμά»; Αν ήταν να πούμε ιστορίες που έχουν ξαναειπωθεί, δεν θα είχε αρκετό νόημα. Διεκδικούμε την ανατροπή της θεωρίας περί παρθενογένεσης στην τέχνη, και αυτό από μόνο του θέλει αρκετό θράσος.
Πού συνίσταται το προβοκατόρικο των ταινιών σας; Στην υπόθεση; Στη σκηνοθεσία και τα γυρίσματα; Στον τρόπο επικοινωνίας με το κοινό; Θεωρούμε πως το όλο στήσιμο των ταινιών μας είναι από μόνο του προβοκατόρικο. Συνήθως παρουσιάζουμε καθαρά, όμορφα πρόσωπα που κρύβουν αρρωστημένες εμμονές και αδυναμίες που, από τη μία, μπορεί να σοκάρουν με την ωμότητά τους και, από την άλλη, μπορεί να θυμίσουν στον θεατή δικά του καλυμμένα πάθη. Τα σενάριά μας είναι γεμάτα παγίδες και αφήνουν περιθώρια για ποικίλες ερμηνείες, ανάλογα με τις παραστάσεις και την ψυχοσύνθεση του δέκτη. Φυσικά, πολλές φορές έχουμε γίνει αποδέκτες αρνητικής κριτικής από συντηρητικούς θεατές, και αυτό κυρίως μας χαροποιεί. Αποτυχία θα ήταν να περνούσαμε απαρατήρητοι.
«Αμφισβητώντας κατάμουτρα κάθε είδους αυθεντίες γύρω από τον χώρο του cinema, απορρίπτοντας κάθε πεπατημένη φόρμουλα κινηματογράφησης και πάνω από όλα χλευάζοντας την προσπάθεια καπηλείας της ματαιοδοξίας εκκολαπτόμενων καλλιτεχνών από τους σύγχρονους επαγγελματίες δασκάλους της τέχνης, η tiiinewzfilms κηρύσσει με τον πλέον κρυστάλλινο τρόπο ένα μανιασμένο αντάρτικο έκφρασης κόντρα στο μονόδρομο της άκριτης αποδοχής του mainstream και του lifestyle της καλλιτεχνικής υποταγής». Ποια είναι όμως η δική σας αντιπρόταση; Ποιο το δημιουργικό σας μανιφέστο, η φιλοσοφία σας; Καταρχάς, να ξεκαθαρίσουμε ότι σεβόμαστε τους καλλιτέχνες που έχουν επιλέξει να ασχολούνται επαγγελματικά με τον χώρο και να ζουν από αυτό. Το ζήτημα είναι ότι σίγουρα πριν την κρίση, αλλά και σε ένα βαθμό σήμερα, το σύστημα καθόριζε με αυστηρό τρόπο ποια καλλιτεχνικά προϊόντα θα καταναλώσει ο μέσος θεατής, οδηγώντας τον αργά ή γρήγορα στην πολιτιστική αποχαύνωση. Σκυλάδικα, υποκουλτούρα, απολιτίκ τέχνη μακριά από τις ανάγκες της πλειοψηφίας του κόσμου, και όλα αυτά με το περιτύλιγμα του lifestyle, της χλιδής και των κατά παραγγελία άρθρων γλειψίματος. Εμείς μέσα από τις δουλειές μας σε πρώτο επίπεδο ικανοποιούμε τη δική μας εσωτερική ανάγκη για ελεύθερη έκφραση. Δεν έχουμε σπουδάσει κινηματογράφο, δεν έχουμε πλήρη εξοπλισμό, δεν έχουμε διανομή και έχουμε αποσυνδέσει πλήρως τον παράγοντα κέρδος από την παραγωγή μας. Με πειραματισμό, λάθη και καθυστερήσεις, θα πούμε την ιστορία μας ολοκληρωμένα στη μικρή φόρμα και θα κάνουμε τα πάντα να πάει η ταινία μας παντού. Μέσω ίντερνετ, μέσω φεστιβάλ, μέσω blogs, sites και περιοδικών που θα μας φιλοξενήσουν.
Ποιο σινεμά και ποιος κινηματογραφιστής σας εμπνέει; Βλέπουμε διάφορα ήδη κινηματογράφου και προφανώς δεν βλέπουμε και οι τρεις τα ίδια. Σε επίπεδο καταβολών είναι πιθανό να αναγνωριστούν στις ταινίες μας επιρροές Ντέιβιντ Λιντς. Πάντως από τους νέους δημιουργούς, αξίζει κανείς να ζηλέψει τις δουλειές του Ρομέν Γαβρά.
Πώς βιοπορίζεται κάποιος που κάνει το σινεμά της δικής σας φιλοσοφίας; Βιοποριζόμαστε όπως η συντριπτική πλειοψηφία των νέων της γενιάς μας, ανεξάρτητα από το αν κάνει σινεμά ή όχι. Δουλεύουμε στις «κανονικές» μας δουλειές, αγχωνόμαστε όταν καθυστερούν να μας πληρώσουν, προσπαθούμε να ξεκλέψουμε ελεύθερο χρόνο για να κάνουμε ταινίες. Ανήκουμε στη γενιά που βιώνει την κρίση, ελπίζουμε να ανήκουμε και στη γενιά που θα την ανατρέψει.
«Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης», book trailer εδώ
Εμφανίζονται οι: Αλεξάνδρα Πανουτσοπούλου, Ηλίας Αλεξανδράκης, Αργύρης Ανέστης, Σοφία Κολοτούρου
Μουσική: Κώστας Παρίσης (Υπόγεια Ρεύματα)
Μοντάζ: Θάνος Καρβούνης
After effects: Δήμος Καπόγιαννης
Σκηνοθεσία, σενάριο: Θάνος Καρβούνης
Παραγωγή: Άτυπη Κινηματογραφική Συμμορία tiiinewzfilms

07/10/2013

Καινοτόμες Προσεγγίσεις στην Ειδική Αγωγή-Εκπαιδευτική Έρευνα για τις Ευάλωτες Ομάδες Πληθυσμού

Εκπαιδευτική έρευνα - κατεβάστε το σε pdf εδώ


Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα

Περισσότερα στο www.peter-lehmann-publishing.com


Πέτερ Λέμαν / Άννα Εμμανουηλίδου (επιμ.):
ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ – Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, σταθεροποιητών διάθεσης, Ριταλίν και ηρεμιστικών

Από τότε που υπάρχουν ψυχοφάρμακα, πολλοί νοσηλευόμενοι κόβουν από μόνοι τους τα φάρμακά τους. Μπορούμε να υποθέσουμε σε πόσους απ’ αυτούς εμφανίζεται, μόνο και μόνο γι’ αυτό, μια «υποτροπή», που τους οδηγεί φυσικά σε μια νέα αναγκαστική λήψη ψυχοφαρμάκων. Είμαι σίγουρος ότι πολλές τέτοιες προσπάθειες θα στέφονταν με επιτυχία, αν οι ενδιαφερόμενοι και οι οικογένειές τους γνώριζαν τα πιθανά προβλήματα και είχαν μια εικόνα για το τι πρέπει να κάνουν, ώστε να μην οδηγηθούν στην υποτροπή. Οι επαγγελματίες του χώρου της ψυχικής υγείας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν σκέφτονται σχεδόν καθόλου πώς να υποστηρίξουν τους πελάτες τους, όταν αυτοί αποφασίσουν να κόψουν τα φάρμακα. Ωστόσο, το να γυρίζουμε την πλάτη σ’ αυτούς τους ανθρώπους και να τους αφήνουμε ν’ αντιμετωπίσουν μόνοι το πρόβλημά τους, δείχνει χαμηλού επιπέδου συναίσθηση ευθύνης.

Έχουμε στα χέρια μας ένα βιβλίο με ιστορίες. Ιστορίες ανθρώπων. Αυτές οι ιστορίες υπερβαίνουν σε δύναμη χιλιάδες επιστημονικά ή ψευδοεπιστημονικά κείμενα πάνω στο θέμα των ψυχοφαρμάκων, για έναν απλό λόγο: είναι ιστορίες ανθρώπων, γραμμένες απ’ αυτούς που τις έζησαν και τις έκαναν ζωές τους.

«Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα» οι άνθρωποι αυτοί βγάζουν από μια σειρά ψευδαισθησιακών κατασκευών και βολικών άλλοθι όλους εμάς: τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, τα μέλη των οικογενειών τους, την ευρύτερη κοινωνία. Αυτές οι κατασκευές-άλλοθι έχουν ονόματα κοινά, συνηθισμένα, που χρησιμοποιούνται δίχως περίσκεψη σε όλους τους χώρους που κάνουν πράξη την ψυχοκοινωνική φροντίδα, λιγότερο ή περισσότερο ψυχιατρικά χρωματισμένους: το ανίατο της ψυχικής νόσου, η ανάγκη ισοβιότητας της χρήσης ψυχοφαρμάκων, η πεποίθηση ότι όποιος παίρνει τα φάρμακά του «είναι καλά» και «ξαναρρωσταίνει, αν τα κόψει», η βεβαιότητα ότι τα ψυχοφάρμακα είναι μονόδρομος μετά την εμφάνιση μιας ψυχικής κρίσης. Οι ιστορίες αυτές λένε καινούργια πράγματα και αυτό όχι από τη σκοπιά μιας ακαδημαϊκής αντιψυχιατρικής κριτικής, αλλά πιστοποιώντας με το παράδειγμά τους το εφικτό εναλλακτικών πρακτικών. Οι εμπειρίες που περιγράφονται δίνουν εύλογες και συνταρακτικές απαντήσεις σε κοινότοπα ερωτήματα που κυκλοφορούν στη συζήτηση περί «ψυχικής αρρώστιας», όπως το γιατί οι ψυχιατρικοί ασθενείς δεν θέλουν τα φάρμακά τους, γιατί αγωνίζονται με τέτοιο πάθος να απαλλαγούν απ’ αυτά, γιατί αυτοκτονούν υπό την επήρειά τους, γιατί εκφράζουν τέτοια απόγνωση στη συνάντηση με το επίσημο σύστημα ψυχικής υγείας. Οι απαντήσεις αυτές δεν αναπαράγουν το μοντέλο της νόσου, αλλά το ανατρέπουν στη ρίζα του: οι ψυχιατρικοί ασθενείς, μας λένε οι άνθρωποι που γράφουν, τουλάχιστον αυτοί που θέλουν να κόψουν ή αρνούνται να πάρουν ψυχοφάρμακα, δεν κάνουν ό,τι κάνουν, δεν λένε ό,τι λένε, γιατί είναι άρρωστοι, αλλά γιατί ακριβώς δεν είναι. Σταματούν τα συνταγογραφημένα ψυχοφάρμακα, γιατί νιώθουν μέσα απ’ αυτά να χάνουν τον εαυτό τους και όχι να τον βρίσκουν. Αγωνίζονται να απαλλαγούν απ’ αυτά, γιατί αισθάνονται υπό την επήρειά τους να χάνει το νόημά του το υπόλοιπο της ζωής που τους απέμεινε μετά την ψυχιατρική παρέμβαση. Αυτοκτονούν, για να γλιτώσουν από το βασανιστήριο μιας διαρκούς και αμέτοχης ζωής σε κατάσταση σωματικού ράκους. Απελπίζονται, και γίνονται επιθετικοί ή αποσύρονται από την επικοινωνία, γιατί το σύστημα ψυχικής υγείας και η κοινωνία, όλοι εμείς, δεν τους ακούμε και δεν τους παίρνουμε σοβαρά, όταν προσπαθούν να μας επικοινωνήσουν αυτές τις αλήθειες. Είναι έτσι κι αλλιώς ακυρωμένοι από τη στιγμή της διάγνωσης και μετά, σαν εξουδετερωμένοι μέσα από μια συμβολική κίνηση συλλογικής συνεργίας όλων ημών.

Το βιβλίο αυτό έχει μια σειρά από ιδιαιτερότητες, που το καθιστούν μοναδικό στο είδος του.

Περισσότερα στο www.peter-lehmann-publishing.com

Ο ψυχικά άρρωστος ως «θέαμα» στους αθηναϊκούς δρόμους

Η πλήρης μορφή της εργασίας των Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Τσιάμη, Παντελεάκου και  Πλουμπίδη βρίσκεται σε μορφή pdf εδώ.

Πηγή: aristotelous17.wordpress.com
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΑΤΡΙΚΗΣ
HISTORY OF MEDICINE
ARCHIVES OF HELLENIC MEDICINE 2009, 26(4):536-543

………………………………………..
Ε. Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Κ. Τσιάμης, Γ. Παντελεάκος, Δ. Πλουμπίδης
1. Ιστορία της Ιατρικής, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
2. Α΄ Ψυχιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα
………………………………………..
The mentally ill as a “spectacle” on the streets of Athens
Ο ψυχικά άρρωστος ως «θέαμα»στους αθηναϊκούς δρόμους
Ιστορικές και λογοτεχνικές μαρτυρίες από την πρωτεύουσα στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα
Η ιστορία της Ψυχιατρικής, εκτός από τα επιτεύγματα και τις κατακτήσεις, περιλαμβάνει και μελανές σελίδες, όταν οι περιπλανώμενοι ψυχικά ασθενείς αποτελούσαν την εύκολη ψυχαγωγία των περαστικών και οι έγκλειστοι επιδεικνύονταν ως θέαμα στους επισκέπτες, σύμφωνα με πολλαπλές μαρτυρίες.
Στην Αθήνα του τέλους του 19ου αιώνα, όταν ο αριθμός των ψυχοπαθών διογκώθηκε ακολουθώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης του πληθυσμού της πόλης και η ελληνική Ψυχιατρική βρισκόταν στα πρώτα της βήματα, το θέμα αρχίζει να εμφανίζεται στις στήλες των εφημερίδων και στις σελίδες της αστικής πεζογραφίας. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας αλλά και μικρότερων αστικών κέντρων αποτελούν συχνά τόπους δημόσιας και ανέξοδης διασκέδασης με ευφάνταστες επινοήσεις σε βάρος των «τρελών» από τους συμπολίτες τους. Οι δημοσιογραφικές και λογοτεχνικές αναφορές μεταφέρουν τις κοινωνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές της εποχής εκείνης, επισημαίνοντας την αλλοτινή αντιμετώπιση του διαφορετικού και την έλλειψη ανοχής και αποδοχής του.
1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το θέμα της κακομεταχείρισης των αδύναμων και θυματοποιημένων ατόμων έχει απασχολήσει επανειλημμένα την παγκόσμια λογοτεχνία και εύλογα συμμετέχει και ηελληνική αστική κυρίως πεζογραφία, με συνακόλουθη τη δημοσιογραφία, που αποτελεί συνήθως αξιόπιστο δείκτη των κοινωνικών αντιλήψεων. Σε αρκετά διηγήματα, χρονογραφήματα και μυθιστορήματα ανιχνεύονται σκηνές βασανισμού, χλεύης, ευφάνταστης άσκησης βίας και εξευτελισμών ενός ακίνδυνου «παράφρονος» ή «τρελού» ή όπως αλλιώς προσδιορίζονται οι άστεγοι και περιπλανώμενοι ψυχικά άρρωστοι. Οι αφηγήσεις και οι περιγραφές αυξάνουν στο χρονικό διάστημα πριν ή λίγο μετά από την ίδρυση του πρώτου «Φρενοκομείου» της Αθήνας, του
Δρομοκαΐτειου.
2. Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΚΑΪΤΕΙΟΥ
Την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής εκείνης φαίνεται να απασχολεί η περίθαλψη των ψυχικά πασχόντων. Τα εγκαίνια του Ψυχιατρείου ανακουφίζουν αλλά δεν επιλύουν απόλυτα
το πρόβλημα, καθώς μεσολαβούν πέντε χρόνια από τη δωρεά και την τελετή θεμελίωσης μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να μεταφέρει για νοσηλεία μερικούς ασθενείς στη Μονή Δαφνίου, σύμφωνα με τη γενικευμένη στην Ελλάδα συνήθεια υποδοχής ενός μικρού αριθμού ψυχικά ασθενών σε μοναστήρια και εκκλησίες. Οι κριτικές του τύπου όμως ήταν αυστηρές και θεωρήθηκε ιεροσυλία αφενός ο εγκλεισμός τους και αφετέρου η μετατροπή της ιστορικής μονής σε ψυχιατρικό άσυλο. Την εικόνα αμαύρωναν ακόμη περισσότερο καταγγελίες για βασανιστήρια των τροφίμων, για μεσαιωνικά μαρτύρια, για εφαρμογή βίας και για μεθόδους συνετισμού και θεραπείας, ανορθόδοξες και απομακρυσμένες απ’ όσα πρεσβεύει η Ψυχιατρική. Οι καταγγελίες και οι διαμαρτυρίες ανάγκασαν τον πρωθυπουργό  Τρικούπη να επισκεφθεί αυτοπροσώπως τον τόπο των σιδηροδέσμιων ασθενών και το γεγονός καταγράφηκε στους στίχους αυτούς:
Κι ο Πρωθυπουργός εσχάτως ήτο στο φρενοκομείο…
Εις τα πρωινά μας φύλλα είχε φαίνεται διαβάσει
πως εις των τρελλών την ράχην πέφτει βούρδουλας ντεντίο
κι έσπευσε το πράγμα μόνος να ιδεί και εξετάσει.
Το στίγμα της νόσου καταδιώκει τον οικογενειακό και το φιλικό κύκλο των αρρώστων, ενώ συχνά ισοδυναμεί με θάνατο, αφού οι οικείοι τούς καταδικάζουν στην ανυπαρξία.
Στις αρχές του 20ού αιώνα έγραφε ο δεύτερος Διευθυντής του Δρομοκαϊτείου, ψυχίατροςΜιχαήλ Γιαννήρης, «Εις την χώραν μας, είμεθα ακόμη πολύ μακράν της στιγμής, καθ’ ην η παραφροσύνη θα εθεωρείτο εις τους οφθαλμούς πάντων ως ασθένεια, ως πάσα άλλη...».
Εκτός του πρωθυπουργού όμως, τη Μονή Δαφνίου επισκέφθηκε ο ποιητής Κ. Παλαμάς, ο οποίος κατέγραψε τις εντυπώσεις του σε ένα χρονογράφημα στην εφημερίδα «Μη χάνεσαι», στις 15.7.1883, με το ψευδώνυμο «Ονουλουλού»:
Δεν πιστεύομεν υπό επιφάνειαν φιλοστοργίας να υποκρύπτεται σκαιόν μυθιστόρημα ραβδοκοπημάτων. Υπάρχουσι βεβαίως αρκούσαι ελλείψεις, αίτινες όλως δεν δύνανται τόσω
να καταλογισθώσιν εις προσωρινόν απομονωτήριον, χρησιμεύον μόνον ως προσωρινός σταθμός μεταβάσεως εις την μέλλουσαν ζωήν των Ηλυσίων του Δρομοκαϊτείου. 
Και ο ποιητής συνεχίζει με μια πιστή περιγραφή των αθηναϊκών δρόμων και των ψυχικά ασθενών που κυκλοφορούν μόνοι, απροστάτευτοι, άστεγοι, χωρίς φροντίδα, αποδίδοντας παραστατικά μια όψη της πρωτεύουσας και των ηθών της:
[Αι Αθήναι] ενδιαφέρονται διά τους τρελλούς των. Αι Αθήναι τους αγαπώσι τους τρελλούς των. Και απόδειξις πόσον εν αυταίς εδοξάσθη ο Δε Κάστρος,α και πόσοι άλλοι και άλλοι ευδαιμονούσιν. Αι Αθήναι τους θέλουν τους τρελλούς των. Τους θέλουν εις τους περιπάτους, εις το τραπέζι, εις τας βουλάς των. Και έπειτα να μάθουν έξαφνα ότι η Κυβέρνησις τους εξοστράκισεν εις το Δαφνί! Αι Αθήναι χωρίς των τρελλών των είναι ό,τι κυψέλη χωρίς μελισσών.”
Ταυτόχρονα, καταγράφει τα ονόματα των επιφανέστερων και γνωστών γραφικών τύπων της πρωτεύουσας που εξαφανίστηκαν από το κέντρο της πόλης, όπου σύχναζαν προηγουμένως προσελκύοντας το ενδιαφέρον ή ακόμη και τη συμπάθεια των συμπολιτών τους. Η θετική αυτή αύρα που τους περιέβαλε δεν ήταν απαλλαγμένη από οίκτο μαζί με διάθεση για ανέξοδη διασκέδαση λόγω της παρουσίας τους, της εμφάνισής τους και των υπερρεαλιστικών διαλόγων που έχουν την ευκαιρία να δημιουργούν.
Συγχρόνως διεδίδετο ότι ως η πρώτη καταβολή του κεφαλαίου, απήχθησαν εκεί ο πρίγκηψΑθερινόπουλος, ο Πόλεμος, ο ερατεινότατος ΠαυλάκηςΚώστας ο ρήτορας και άλλοι.  Συγχρόνως και άλλων Κυριών ή Κυρίων η εξ Αθηνών απουσία διήγειρεν υπονοίας… Και αι Αθήναι επιθυμούν να πληροφορηθούν διά τους τρελλούς των.
3. Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ
Από τους στίχους του Γ. Σουρή τον Απρίλιο του 1884 στο «Ρωμηό», την έμμετρη εφημερίδα που εξέδιδε ο ίδιος, μεταφέρεται αντιπροσωπευτικά η κοινή γνώμη της εποχής και τα θέματα που την απασχολούν. Η ίδρυση του πρώτου Ψυχιατρείου, του Δρομοκαΐτειου, θεωρήθηκε σημαντικό
γεγονός και η ατμόσφαιρα της εποχής αποδόθηκε με ποιητική διάθεση:
Ω μέγα ευεργέτημα των ευεργετημάτων
ω μόνον οικοδόμημα των οικοδομημάτων.
Θέλει λαμπρόν Μαυσώλειον αυτός ο Κληροδότης
παιάνας και αποθέωσιν εις τρίτους ουρανούς!
Ευρέθη μεσ’ στους Χιώτηδες με γνώση κ’ ένας Χιώτης
Και εσκέφθη ο μεγάλος του και πρακτικός του νους
πως μέσα στην Ελλάδα μας που πλημμυρούν τα φώτα
Φρενοκομείον έπρεπε να γίνει πρώτα-πρώτα.
Η έλλειψη ψυχιατρείων στην πρωτεύουσα αλλά και στη χώρα ολόκληρη ήταν ενδεικτική του τρόπου αντιμετώπισης της ψυχικής νόσου μέχρι τότε, ενώ η λειτουργία ενός και μοναδικού δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα. Ο ίδιος ποιητής επανέρχεται τον Αύγουστο του 1884, μεταφέροντας και πάλι τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στην αθηναϊκή κοινωνία της περιόδου αυτής και εκφράζει την ευχή να ιδρυθούν και άλλα ψυχιατρικά ιδρύματα.
Ευχόμεθα μετ’ ου πολύ και δεύτερον να γίνει και εν ανάγκη μάλιστα να κτίσωμεν και τρίτον,
γιατ’ είναι μονοπώλιον και η παραφροσύνη εδώ στη χώρα των Μουσών, στη χώρα των χαρίτων.
Η λειτουργία του Δρομοκαΐτειου Θεραπευτηρίου έχει αφετηρία την 1.10.1887 και αυτή η ημερομηνία αποτελεί το ορόσημο για την ιστορία της Ψυχιατρικής στην Ελλάδα και το όνομα του πρώτου ψυχιατρείου συμβαδίζει με την πορεία της. Ο δεύτερος Διευθυντής του Μιχαήλ Γιαννήρης επισημαίνει ότι το ίδρυμα αυτό απέκτησε σύντομα καλή φήμη και συνεπώς την έγκριση και την αποδοχή όλων των κοινωνικών στρωμάτων: «…πρόσωπα που ευρίσκονται εις την κορυφήν της πυραμίδος της ελληνικής κοινωνίας εκδήλωναν την εμπιστοσύνην και την εκτίμησίν των εις το ίδρυμα… όπως το να προσφεύγουν εις τις υπηρεσίες του όταν στενοί συγγενείς τους είχαν ανάγκη ψυχιατρικής νοσηλείας».
Είναι ενδεικτικά τα ονόματα των λογοτεχνών που νοσηλεύτηκαν κατά καιρούς στο Θεραπευτήριο: Γεώργιος Βιζυηνός, Ρώμος Φιλύρας, Αρίστος Καμπάνης, Μιχαήλ Μητσάκης, Γεράσιμος Βώκος και μερικά από τα έργα τους έχουν δημιουργηθεί κατά τη
διάρκεια του εγκλεισμού τους, σε περιόδους πνευματικής διαύγειας. Η κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας Λ. Τσιριμώκου μνημονεύει τη μακρόχρονη αντοχή των περισσοτέρων στα Ελληνικά Γράμματα, παρά την ψυχική τους νόσο και σχολιάζει ότι επιπόλαιοι συσχετισμοί βίου
και έργου περιθωριοποίησαν επί μακρόν το Μητσάκη στην περιοχή της «συμπαθούς γραφικότητας» ή της «ιδιάζουσας περίπτωσης», περιοχή στην οποία καθηλώθηκε επίσης επί
μακρόν ο Βιζυηνός και από την οποία επείγει να εξέλθει και ο Φιλύρας.
4. ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ
Αντίθετα, ζοφερή απεικονίζεται η εκτός ιδρύματος κατάσταση των ψυχοπαθών, όπως την καταγράφει σε μια διάλεξή του στον «Παρνασσό» ο παθολόγος του Δρομοκαΐτειου Γρηγόριος Λευκαδίτης:
Θα καλέσω το ακροατήριον, να με ακολουθήσει εις μίαν νοεράν ξενάγησιν ανά την πόλιν και την ύπαιθρον. Εκείθεν του ψυχιατρείου ασφαλώς θα ενημερωθεί και δη πληρέστατα επί της οφθαλμοφανούς διαφοράς. Ας ξεκινήσωμεν. Συνήθης είναι η περίπτωσις μιας κατηγορίας ατυχών πλασμάτων, τα οποία, ένεκεν αυτής ταύτης της, επικτήτου ή της συγγενούς,
παθήσεώς των, γίνονται το αντικείμενον ακαταπαύστων εμπαιγμών και διακωμωδήσεως αδυσωπήτου, αποβαίνοντα το όργανον ψυχαγωγίας θλιβεράς διά την ανοικτίρμονα μαρίδαν
του πεζοδρομίου.
Το Δρομοκαΐτειο, περίπου έως τη δεκαετία του 1920, δέχθηκε ασθενείς οι οποίοι, στην πλειοψηφία τους, μπορούσαν να καταβάλλουν νοσήλιο, καθώς και το Αιγινήτειο,
που λειτούργησε από το 1904, ως έδρα της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ένας μικρός αριθμός περιπλανώμενων και πενήτων ψυχοπαθών παρέμεναν στα υπόγεια αστυνομικών τμημάτων, ενώ το άσυλο του Μοσχάτου, πρόδρομος του Δημόσιου Ψυχιατρείου Αθηνών, ιδρύθηκε το 1911–1912 για να δεχθεί αυτή την κατηγορία ασθενών.
Είναι ευνόητο, λοιπόν, ότι οι δρόμοι της Αθήνας είχαν ως μόνιμο θέαμα ορισμένους άστεγους και περιπλανώμενους ασθενείς. Οι χρονογράφοι και οι λογοτέχνες της πρωτεύουσας έχουν προσωπικές εμπειρίες από τη στάση των συμπολιτών τους, που συχνά διασκεδάζουν την πλήξη τους με την «παράσταση» του άτυχου ψυχασθενούς ή προκαλούν τις αντιδράσεις του με κοροϊδίες, πειράγματα, κτυπήματα, σπρωξιές και κάθε είδους κακομεταχείριση, κατάβρεγμα,
πέταγμα αυγών, λαχανικών, χωμάτων, ακαθαρσιών και οτιδήποτε άλλο υπαγορεύει μια ευφάνταστη ομήγυρη, τα μέλη της οποίας συναγωνίζονται σε εφευρετικότητα δοκιμασιών.
Στα κείμενα των δημοσιογράφων και των πεζογράφων παρελαύνουν διάφοροι γραφικοί και ακίνδυνοι τύποι, προκλητικοί όμως για τα ένστικτα του όχλου: ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Μιχαήλ Μητσάκης, όταν χάνει τα λογικά του και, παρά τις κατά καιρούς νοσηλείες του στο Φρενοκομείο Κέρκυρας και στο Δρομοκαΐτειο, ζει για μεγάλο χρονικό διάστημα στους δρόμους. Η μαρτυρία του εκδότη της εφημερίδας «Ο Νουμάς» Δημήτρη Ταγκόπουλου είναι συγκλονιστική:
Ανέβαινα βράδυ προς το Σύνταγμα, όταν έξω από του Ζαχαράτου βλέπω τον Μητσάκη και κάτι λούστρους που τον εσταύρωναν. Ο Μητσάκης αγριεμένος έλεγε λόγια ασυνάρτητα, έβγαζε κραυγές άναρθρες, και μ’ ένα μικρό μπαστουνάκι που κρατούσε, προσπαθούσε να αμυνθεί. Επήγα κατ’ επάνω τους. Πριν τους φτάσω, μ’ επλησίασε ο Μητσάκης. Και με ύφος παρακλητικό, −Κύριε, μου είπε. Σώστε με απ’ αυτούς τους κάφρους.
Πριν όμως ο ευφυής Μητσάκης εμφανίσει κρίσεις βίας εναντίον όσων τον αμφισβητούσαν και πριν αρχίσει να βλέπει παντού εχθρούς που τον καταδιώκουν, είχε ασχοληθεί με το θέμα της διαπόμπευσης των ψυχικά ασθενών στα διηγήματά του «Εις τον οίκον των τρελλών», «Παράφρων»και «Τρελλός». Στο πρώτο από αυτά, με αφετηρία τη δημοσιογραφική του επίσκεψη στο Φρενοκομείο Κέρκυρας, καταδύεται στον κόσμο των παιδικών του αναμνήσεων
και ζωντανεύει την ιστορία του «τρελού» της Σπάρτης. Τον θυμόταν να περιφέρεται χειμώνα-καλοκαίρι και να αναπαύεται έξω από τα καταστήματα της αγοράς ή στην είσοδο κάποιου αχυρώνα, να μονολογεί, να γρονθοκοπεί αφανείς εχθρούς ή να τρέπεται σε φυγή, να τραγουδάει
ακατάληπτους στίχους ή να ξεσπάει σε λυγμούς. Ωστόσο, ο συγγραφέας εστιάζει στο θέμα της κακομεταχείρισής του από τον πληθυσμό της πόλης και μάλιστα εξειδικεύει το είδος του βασανιστηρίου ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα των δημίων του: Τα παιδιά του δημοτικού σχολείου ξεφώνιζαν πίσω του τραβώντας τα σκισμένα του ρούχα ή τον λιθοβολούσαν. Οι μαθητές του γυμνασίου τον κτυπούσαν, τον κυλούσαν στη λάσπη ή στη σκόνη και του έδιναν τσιγάρα που περιείχαν πυρίτιδα για να γελάσουν βλέποντας να φλέγονται οι τρίχες της γενειάδας του. Τον έφερναν δεμένο σε κεντρικά σημεία, όπου υπήρχε φιλοθεάμον κοινό για να
τον εκτελέσουν εικονικά προς τέρψιν των περιϊσταμένων και αναπλήρωσιν άλλης δημοσίας διασκεδάσεως. Αν έλειπεν αυτός θα ήτο αδύνατον να διέρχωνται ευαρέστως τας μακράς
αέργους ώρας των οι κάτοικοι.
Ο Μητσάκης στηλιτεύει τη συμπεριφορά των «λογικών», ευαισθητοποιημένος πρόωρα, σχεδόν προφητικά, αφού και ο ίδιος θα ακολουθήσει την τραγική μοίρα αυτών των πλασμάτων στην ηλικία των 33 ετών. Θα ζήσει αυτά που περιγράφει και θα έχει το άδοξο και οικτρό τέλος των
περισσοτέρων ψυχικά άρρωστων, όπου ο βιολογικός του θάνατος θα επιβεβαιώσει τον κοινωνικό. Η σύντομος αύτη βιογραφία του ταλαιπώρου τούτου θα ηδύνατο να θεωρηθεί ως κοινή των εν Ελλάδι φρενοβλαβών. Την οικτράν ταύτην ζωήν διανύουν και εις το άθλιον τέλος
του καταλήγουν όλοι σχεδόν όσοι έχουν το ατύχημα να περιπέσουν εις το πάθημά του… [Ο παράφρων] σύρεται εις τας οδούς, βασανίζεται παντοιοτρόπως υπό των φρονίμων, λιμώττει, γυμνητεύει, παγώνει υπό τον άνεμον, ψήνεται υπό τον ήλιον, αποκτηνούται ή αποθηριούται και τελειώνει εκ συμβεβηκότος τινός ελεεινώς τας πολυπαθείς του ημέρας στερών τους συμπολίτας του, οίτινες τότε μόνον ενθυμούνται να τον λυπηθώσι, του αθύρματος και της διασκεδάσεως αυτών. Διότι η συμφορά αύτη, η φοβερωτέρα όλων όσας δύναται να πάθει τις και ήτις έπρεπε μάλλον οιασδήποτε άλλης να ελκύει τον οίκτον, ως επί το πλείστον κινεί κατά προτίμησιν μάλλον πάσης άλλης τον γέλωτα και την φαιδρότητα.
Ο συγγραφέας επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα στο διήγημά του «Παράφρων» μεταφέροντας τη δράση στην Αθήνα και ειδικά στην πλατεία Κολωνακίου, όπου συχνάζει
ο ήρωάς του με κουρελιασμένη στρατιωτική στολή, καθώς η πάθησή του χαρακτηρίζεται ως «στρατιωτική μανία». Περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τη γνωστή πλατεία, το ανώμαλο έδαφος, τις πέτρες, τη σκόνη και τη λάσπη, την οικτρή κατάσταση του οδοστρώματος και τη δυσκολία διέλευσης τις νύχτες με τον ελλιπέστατο φωτισμό και τα ποικίλα εμπόδια (θέμα που επαναλαμβάνεται στις ζοφερές καταγραφές και άλλων πεζογράφων της εποχής: Βώκου,
Ροΐδη, Κονδυλάκη, Σπανδωνή):
Αποπειρώμενος να διέλθεις αυτήν νύκτα πρέπει να θεωρήσεις σεαυτόν ως όλως εξαιρέτως ευνοηθέντα υπό της μοίρας και υπ’ αγνώστου θαυματουργού θεότητος ποδηγετηθέντα
χωρίς να το εννοήσεις αν κατορθώσεις να διαπεραιωθείς εκτός του χώρου αυτού, χωρίς να αισθανθείς την ανάγκην να διευθυνθείς αμέσως σύρων τα υπολειφθησόμενα τυχόν
ακόμη σώα εκ των τεσσάρων άκρων σου κατ’ ευθείαν προς το χειρουργικόν τμήμα του Δημοτικού Νοσοκομείου. Εκεί περιφέρεται ο «παράφρων» που όλοι τον χαιρετούν, τον πειράζουν, αισθάνονται πιθανώς ιδιαιτέραν ηδονήν προκαλούντες αυτόν εις συνδιάλεξιν, εις διήγησιν, και μάλιστα εις έξαψιν, ενώ και η παραμικροτέρα λέξις του εγείρει κύματα κτηνώδους ευφροσύνης παρά τω όχλω, τω ανακινουμένω εντός των πέριξ καταστημάτων ή διαβαίνοντι.
Όπως αποκαλύπτεται, η γενεσιουργός αιτία του ψυχικού του νοσήματος υπήρξε η κατάταξή του στο στράτευμα και η άμεση αποστολή του στο μέτωπο. Η πρώτη επαφή του με τις εχθροπραξίες τον έτρεψε σε φυγή και έκτοτε, σβήνοντας τα γεγονότα, τα αντικατέστησε με φανταστικές περιπέτειες ανδραγαθίας επινοώντας και ανύπαρκτα τραύματα. Οι περαστικοί και οι εργαζόμενοι
στα γύρω καταστήματα διασκεδάζουν καθώς τον καλούν κοροϊδευτικά για κέρασμα και ανταμείβουν την ευπιστία του με κτυπήματα. Την εικόνα συμπληρώνει επεισόδιο με διερχόμενο σοβαροφανή λοχία, που στη φορτική αίτηση του «παράφρονα» για ελεημοσύνη απαντάει με τόσο ισχυρό ράπισμα που τον ρίχνει στη λάσπη, ενώ η ενορχηστρωμένη αντίδραση του περίγυρου είναι χλεύη και γέλια, τα οποία ενισχύονται από σκόπιμη κλωτσιά τη στιγμή που το θύμα προσπαθούσε να σηκωθεί.
Η επόμενη σκηνή διαπόμπευσης και κακομεταχείρισης ψυχικά άρρωστου προέρχεται από το μυθιστόρημα του Ιωάννη Κονδυλάκη «Οι άθλιοι των Αθηνών», γραμμένο το 1894, όπου επιχειρείται μια χαρτογράφηση του υπόκοσμου της πρωτεύουσας αλλά ταυτόχρονα και –θέμα προσφιλέστατο στους Αθηναιογράφους– των δρόμων της. Σε ένα κεντρικό σταυροδρόμι της πόλης, στα Χαυτεία –διασταύρωση των οδών Σταδίου και Αιόλου– ο ήρωας του έργου, που μόλις έχει επιστρέψει από το εξωτερικό, παρατηρεί πλήθος θορυβούν και αρχικά νομίζει ότι πρόκειται για όμιλο μετημφιεσμένων αλλά πλησιάζοντας αντιλαμβάνεται ότι οι άνθρωποι εκείνοι διασκέδαζον, ως συνήθως γίνεται, βασανίζοντες έναν ρακενδύτην, παράφρονα κατά πάσαν πιθανότητα, όστις εχειρονόμει και εκραύγαζε μανιωδώς. Ο συγγραφέας προσφέρει στους αναγνώστες του τη γνώριμη μορφή του «τρελού» με τα κουρελιασμένα ρούχα, το τσαλακωμένο και ρυπαρό καπέλο, τα μακριά και ακατάστατα μαλλιά και τις απτές αποδείξεις της κακομεταχείρισης: Επί του μετώπου έφερε κυανούν μώλωπα και διαφόρους εκδοράς και εξελκώσεις βδελυράς εις διάφορα μέρη του προσώπου.
Ο όχλος ανενόχλητος από την παρουσία αστυνομικών κλητήρων, εκπροσώπων του νόμου, κτυπά στο κεφάλι, δίνει χαστούκια και πετά ψηλά το καπέλο του «τρελού», ενώ νεαρός αμαξηλάτης τον σπρώχνει να κυλιστεί στη λάσπη.
Ενώ δε προσεπάθει να ανεγερθεί, εις υπηρέτης καφενείου σπεύσας εκένωσεν επ’ αυτού ολόκληρον τενεκέν νερού. Τότε πλέον εξεκαρδίσθηκαν γελώντες όλοι οι θεαταί.
Ο παρατηρητής-ήρωας του μυθιστορήματος, με πρόσφατες τις εντυπώσεις από άλλες, περισσότερο πολιτισμένες χώρες, αγανακτεί με όσα διαδραματίζονται μπροστά του
και απευθύνεται στα όργανα της τάξης για να πάρει τηναπάντηση:
− Και τι με μέλει ’μένα; Μήπως μ’ έβαλαν να φυλάω τους μουρλούς; Αυτός τα θέλει και τα παθαίνει…
Εγένετο νέα έκρηξις γελώτων θορυβωδεστέρων. Ενώ προσεπάθει να εγερθεί βλασφημών, του έρριψαν φούκτα αλεύρου, όπως δε ήτο κάθιδρος, μετεμορφώθη εις πουδραρισμένον παλιάτσον.
Τη στιγμή εκείνη πλησιάζει άλλος όμιλος μεταμφιεσμένων, αυτή τη φορά που επιχειρεί να τον προσεταιριστεί για να διαποικιλθεί το θέαμα. Το θύμα σκίζει τη μάσκα ενός από αυτούς και τον κτυπάει αλλά η ομάδα ανταποδίδει με τόκο τα κτυπήματα και το μαρτύριο θα μπορούσε να
συνεχιστεί για πολύ ακόμη, αν οι αστυνομικοί κλητήρες δεν θεωρούσαν κατάλληλη τη στιγμή για επέμβαση και τερματισμό της διασκέδασης. Η ομήγυρις διαμαρτύρεται και το όργανο της τάξης βέβαιο ότι συντελεί εις την γενικήν θυμηδίαν, κατήνεγκε δυνατούς κολάφους εις τον αυχένα του
αθλίου παράφρονος.
Ο Κονδυλάκης στο πολυσέλιδο αυτό μυθιστόρημα σχολιάζει, παρατηρεί, σημειώνει, καταγράφει
και συχνά καταγγέλλει εκείνα που αμαυρώνουν την Αθήνα και τους παντοειδείς «αθλίους» της, αλλά κυρίως ασχολείται με το θέμα της προστασίας –ή της έλλειψής της– των ανυπεράσπιστων (βρεφών, νεανίδων, άρρωστων ψυχικά) στις απάνθρωπες συνθήκες της πρωτεύουσας. Στις σελίδες του περιλαμβάνει μια μοναδική σκηνή παιδικής κακοποίησης ενός ανήλικου λούστρου που οι δικοί του τον έχουν πουλήσει σε ένα αφεντικό που εκμεταλλεύεται την εργασία του και, στην απόπειρα να ξεφύγει, τον δέρνει μέσ’ στη μέση του δρόμου και τον στέλνει ημιθανή στο νοσοκομείο, χωρίς να τολμήσει κανένας περαστικός να επέμβει και να τον σώσει από το δήμιό του.15 Με τη σειρά τους, αρκετοί κριτικοί της νεοελληνικής λογοτεχνίας επισημαίνουν αυτή
την όψη των αθηναϊκών δρόμων με τον πανίσχυρο όχλο εναντίον κάθε ανυπεράσπιστου πλάσματος. Σε εργασία με θέμα τους συλλογικούς φόβους, η Ζ. Σαλίμπα αναφέρεται στην περίπτωση του ανθρωπομαζώματος ή δουλεμπορίου των παιδιών που «ενοικίαζαν» ή «πωλούσαν» οι άπορες οικογένειες, σωματεμπόριο που επειδή ακριβώς διαδραματίζεται σε δημόσιους χώρους και είναι ορατή από όλους η κακομεταχείριση αυτών των παιδιών-σκλάβων, περιγράφεται και καταγγέλλεται.
Στο έργο της «Η ζωή εν τη πρωτευούση» η Γ. Γκότση αναφέρεται στο Μ. Μητσάκη και στην ικανότητά του με τις περιγραφές του να στρέφει το φακό και να φωτίζει εκφάνσεις της ζωής στην πόλη, όπως τη βάναυση μεταχείριση ζώων ή ψυχικά άρρωστων, που περιέχουν οι «Αθηναϊκές σελίδες» του. Επιπλέον, η κριτικός υποστηρίζει ότι η οικτρή παράσταση του βασανισμού
αθώων θυμάτων αποκαλύπτει την επιθυμία για κυριαρχία που ενυπάρχει τόσο σε αυτούς που ασκούν τη βία όσο και σε εκείνους που καταναλώνουν το θέαμα. Χαζεύοντας ή διασκεδάζοντας με την άσκηση βίας οι συναθροισμένοι θεατές μετέχουν της αποτρόπαιης ισχύος του θύτη.
Η Λ. Τσιριμώκου στη «Λογοτεχνία της πόλης» επισημαίνει μια κοινωνική διάσταση στο θέαμα των «απροστάτευτων» πλασμάτων του δρόμου, που απειλεί να τα καταπιεί «η χοάνη της αμαρτωλής πόλης». Και συνεχίζει την άποψή της, υποστηρίζοντας ότι οι περιπλανώμενοι στους δρόμους κάτω από το βάρος της αστικής ηθικής μειώνονται δραστικά, επειδή καθιερώνεται η στρατηγική του εγκλεισμού (σχολεία, σωφρονιστήρια, παρθεναγωγεία, οικοτροφεία,
ψυχιατρεία, άσυλα, θεραπευτήρια, ορφανοτροφεία). Η λογοτεχνία της εποχής συχνά προπαγανδίζει το Βρεφοκομείο, το Δρομοκαΐτειο, τη Σχολή Απόρων Παίδων του συλλόγου
«Παρνασσός» και άλλα ευαγή ιδρύματα, για να αναδείξει την αντίθεση κοινωνικής υγείας και παθολογίας, την οποία αντιπροσωπεύουν τα αποτρόπαια ήθη του υποκόσμου των μεγαλουπόλεων και συνεπώς και του αθηναϊκού. Σύμφωνη άποψη εκφράζει και η Μ. Κορασίδου στο έργο της «Οι άθλιοι των Αθηνών και οι θεραπευτές τους», ότι δηλαδή για την αστική συνείδηση ο δρόμος αντιπροσώπευε έναν ασταθή και αβέβαιο τόπο που ερχόταν σε αντίθεση με τη γαλήνη και την ηρεμία του σπιτιού.
Γραμμένο λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν ήδη λειτουργούν περισσότερα από ένα ψυχιατρεία στη χώρα, ένα σύντομο αφήγημα του πεζογράφου Παύλου Νιρβάνα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του «τρελού του Πειραιά», με αφορμή το θάνατο του τελευταίου, τον οποίο ο συγγραφέας πληροφορήθηκε από σχετικό χρονογράφημα. Η φτώχεια και ο ξεπεσμός οδήγησαν τον ήρωα στην παράνοια και αφού επείνασε, εδίψασε και είδε το τελευταίον του κοστούμι να κουρελιάζεται επάνω εις το άθλιον σαρκίον του… ενεφανίσθη εις την αγοράν ως εκατομμυριούχος σκορπίζων δεξιά και αριστερά εκατομμύρια, και δεχόμενος δεξιόθεν και αριστερόθεν σάπια λεμόνια, σάπιες ντομάτες… Η ανία των δρόμων, των καφενέδων και όλων των κέντρων της επαισχύντου αργίας
τον αντίκρυσεν ως ουρανόπεμπτον.
Τα γεγονότα που περιγράφει ο Παύλος Νιρβάνας ευθυγραμμίζονται και σχεδόν ταυτίζονται με εκείνα των προηγούμενων συγγραφέων. Οι περιγραφές τους αναπαράγουν την ίδια σκληρότητα αντιμετώπισης από το ανώνυμο πλήθος. Οι σκηνές που ακολουθούν ελάχιστα διαφοροποιούνται
στη μεθοδολογία της κακομεταχείρισης. Και ο τρελός εσήκωσεν, από την στιγμήν αυτήν, εις τους
σκεβρωμένους του ώμους όλην την βαναυσότητα των γνωστικών. Την εσήκωσεν εις καφέδες χυμένους επάνω στα κολάρα του, εις βρώμικα νερά αδειασμένα επί της κεφαλής του, εις καβαλίνες κολλημένες επί της ξεβαμμένης ρεδιγκότας του –τελευταίου λειψάνου ενός γραφειοκράτου– εις υπολείμματα τεντζερέδων πασαλειμμένων επί του τριχώματός του. Ένας ζωντανός τενεκές σκουπιδιών περιφερόμενος εις τους δρόμους.
5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι σημερινές αντιλήψεις για τις ψυχικές παθήσεις έχουν επηρεάσει εκτός από τη θεραπευτική μεθοδολογία και την ιατρική αντιμετώπιση, τις κοινωνικές στάσεις και συμπεριφορές καθώς και τη θέση των ασθενών στον οικογενειακό και τον ευρύτερο περίγυρο. Χωρίς να εκλείψει εντελώς το στίγμα της «τρέλας», η βελτίωση στις συνθήκες διαβίωσης των αρρώστων εντός και εκτός νοσηλευτικών ιδρυμάτων είναι σαφής, ενώ η διαφοροποίηση στις θεωρίες παθογένεσης έχει ως αποτέλεσμα την εξίσωση των ψυχικών με τα άλλα νοσήματα. Οι σκηνές που παραστατικά μετέφεραν στα κείμενά τους οι πεζογράφοι του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού είναι αντιπροσωπευτικές μιας εποχής πολύ πιο περιορισμένης στα θεάματα και τις διασκεδάσεις,
ώστε να χειρίζεται το ανώνυμο πλήθος τους αδύναμους (ανάπηρους, ψυχικά άρρωστους, παιδιά, αρκούδες και πιθήκους), με σκοπό την ψυχαγωγία.
Η επίδειξη των παραφρόνων αποτελεί παλαιότατη συνήθεια, γράφει ο Michel Foucault,20 και αναφέρει τους «πύργους των τρελών» με κάγκελα στα παράθυρα που επέτρεπαν την παρατήρηση των εγκλείστων από τους περαστικούς. Η συμπεριφορά αυτή προϋποθέτει ότι ο
άνθρωπος-θέαμα θεωρείται, έστω προσωρινά, ως ριζικά διαφορετικός από αυτούς που τον παρατηρούν. Το έθιμο αυτό συνεχίστηκε και στα Ψυχιατρεία Bethlam του Λονδίνου καιBicêtre του Παρισιού, όπου αποτελούσε προσφιλή κυριακάτικη διασκέδαση των επισκεπτών.
Ο Mirabeau στο βιβλίο του Mémoires d’ un voyageur anglais αναφέρει, επιπλέον, ότι οι φύλακες επιδείκνυαν τους τρελούς, όπως τις μαϊμούδες στο πανηγύρι και ότι ορισμένοι δεσμοφύλακες
ήταν ονομαστοί για την ικανότητά τους να τους εκπαιδεύουν σε χορευτικά και ακροβατικά κόλπα με τη χρήση του μαστίγιου. Η καταγγελία αυτής της επίδειξης των ασθενών αποτέλεσε κοινό τόπο της Ψυχιατρικής και μια από τις αιτίες του εγκλεισμού των ασθενών σε ιδρύματα, μακριά
από το βλέμμα των πολλών.
Παλαιά είναι και η περιπλάνηση της τρέλας στους δρόμους μέσα στο κοινωνικό τοπίο, συναντώντας όλο το φάσμα των αντιδράσεων από την κοινότητα, που κυμαίνονται από την αποδοχή μέχρι την απέχθεια και την καταδίωξη.
Ο Foucault στην «Ιστορία της τρέλας στην κλασική εποχή» παραθέτει ένα ποίημα του François Colletet από το «Le Tracas de Paris»
J aperçois dans cette avenue
Un innocent suivi d enfants
Ce pauvre fou, que veut il faire
[Βλέπω σ’ αυτό το μονοπάτι
έναν αθώο να τον ακολουθούν παιδιά
τούτος ο κακόμοιρος τρελός, άραγε τι θέλει να κάνει]
Η πορεία της εξέλιξης προς μια μεταχείριση φιλάνθρωπη και στοργική προς τους ψυχικά ασθενείς, με κατανόηση και ανοχή, γνώρισε εμπόδια και παλινδρομήσεις, φωτεινές αντιλήψεις, σκοταδιστικές απόψεις, αναθεωρήσεις, επαναπροσδιορισμούς. Η χλεύη και η κακοποίηση των
περιπλανώμενων ασθενών στους δρόμους ίσως δεν αποτελεί το χειρότερο βασανιστήριο σε σχέση με τα μαρτύρια και την ψυχική ερημοποίηση των εγκλείστων στα άσυλα, όμως η παρουσία τους στην αστική σκηνή καταγράφηκε πολύ περισσότερο από τους ευαίσθητους παρατηρητές-λογοτέχνες. Στις περιγραφές τους καθρεφτίζουν τη συλλογική συνείδηση της κοινότητας που αντιδρά στη διαφορά και περιχαρακώνεται στην ομοιομορφία της και αυτό όσο περισσότερο είναι κλειστή στις έξωθεν επιδράσεις. Οι αντιδράσεις αυτές πέρασαν από τις βαναυσότητες και την κακομεταχείριση σε ηπιότερες συμπεριφορές και πορεύονται προς κάποιες μορφές ανοχής και σε κάποιες περιπτώσεις αποδοχής.

Η πλήρης μορφή της εργασίας των Πουλάκου-Ρεμπελάκου, Τσιάμη, Παντελεάκου και  Πλουμπίδη βρίσκεται σε μορφή pdf εδώ.

04/10/2013

Η τέχνη να αφουγκράζεσαι (Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης)



Στο εξώφυλλο του βιβλίου της Σοφίας Κολοτούρου «Τα επτά πρόσωπα της κώφωσης» (Εκδόσεις Gutenberg) δεσπόζει η περίφημη αυτοπροσωπογραφία του Βαν Γκογκ με το ακρωτηριασμένο του αυτί. Για εκείνους ωστόσο που περιπλανώνται εκ γενετής στο βασίλειο της σιωπής ή μπήκαν απροσδόκητα σε κάποιο σημείο της ζωής τους, δεν υπήρξε ποτέ δικαίωμα επιλογής, παρά μόνο η ανάγκη επιβίωσης σε μια δύσκολη πραγματικότητα.
Με επτά ευφάνταστες ιστορίες που άπτονται εντούτοις της πραγματικότητας, η Σοφία Κολοτούρου μάς φέρνει εγγύτερα στον κόσμο των κωφών. Στο βιβλίο της περιγράφει σημαντικές πτυχές από την καθημερινότητα αυτής της ιδιαίτερης κοινότητας, που φαντάζει ακόμη και σήμερα για αρκετούς περίκλειστη και ώς ένα σημείο δαιμονοποιημένη. Επτά κείμενα, διαλέξεις ενός φανταστικού συνεδρίου, που τοποθετούνται χρονικά στο έτος 2030 και μας καθιστούν κοινωνούς των προβλημάτων και κυρίως του ψυχισμού των ατόμων με αναπηρία στην ακοή. Αυτή η χρονική μετατόπιση, η απομάκρυνση από το παρόν, μας παραπέμπει σε μια υποθετική συνθήκη που γίνεται αντιληπτή στον αναγνώστη ως το ευκταίο και επιθυμητό. Μια ιδανική Πολιτεία στην οποία οι κωφοί θα «εισακούονται». Το εν λόγω ευφυές χρονικό τέχνασμα παρέχει στη συγγραφέα τη δυνατότητα να μιλήσει για το παρόν με όρους παρελθόντος, υπαινισσόμενη με αυτό τον τρόπο ότι τα προβλήματα, αν και έχουν περιοριστεί, παραμένουν εντούτοις αρκετά.
Το ότι είναι η ίδια μεταγλωσσικά κωφή -μια διάκριση που εξηγεί και στο βιβλίο της και συνίσταται ουσιαστικά στο γεγονός ότι έχασε την ακοή της σε ηλικία τεσσάρων ετών και ως εκ τούτου έχει ικανότητα ομιλίας- δεν της στέρησε τη δυνατότητα να διακριθεί ως γιατρός, ποιήτρια, συγγραφέας και ακτιβίστρια.
Οι ιστορίες του βιβλίου δεν περιορίζονται στην παρουσίαση των κωφών με το στερεότυπο χαρακτηρισμό του παθόντος αλλά τους θέτει και στην αντίπερα όχθη. Στο γεγονός δηλαδή ότι σε ορισμένες περιπτώσεις αντιλαμβάνονται τους ακούοντες ως μία διαφορετικότητα απειλητική, ή ακόμη χειρότερα σαν έναν κόσμο «παράξενο και τρομακτικό», απόρροια φυσικά της αντιμετώπισης που έχουν τύχει οι ίδιοι στο παρελθόν.
info
Τον Μάρτιο του 2011 η Σοφία Κολοτούρου δημιούργησε στο facebook ομάδα συζητήσεων για τα προβλήματα ακοής με την επωνυμία «Κουφοχωριό».

Πηγή: www.enet.gr

«Life»: το πρώτο κόμικ για τυφλούς



More info in english: http://www.hallo.pm/life/

Το σχεδίασε ένας Δανός φοιτητής, ο Φίλιπ Μέγιερ, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο Μπράιγ. Είναι το πρώτο κόμικ για τυφλούς
Τα κόμικς από τη φύση τους βασίζονται στην οπτική αφήγηση, όπου οι εικόνες συνήθως αλληλεπιδρούν με το κείμενο στις λεζάντες. Ο Φίλιπ Μέγιερ είναι ο άνθρωπος, ο οποίος πριν από λίγες μέρες τελειοποίησε το πρώτο κόμικ για τυφλούς ανθρώπους. Χρησιμοποίησε το σύστημα γραφής και ανάγνωσης για τυφλούς Μπράιγ, που ανακάλυψε το 1824 ο τυφλός Λουδοβίκος Μπράιγ, ένα 15χρονο παιδί από τη Γαλλία, που διεκδικούσε πρόσβαση στη γραπτή επικοινωνία και γνώση.

Το πείραμα έγινε πραγματικότητα
«Είναι απίθανο να δημιουργηθεί κάτι τέτοιο». Ήταν η απάντηση που άκουγε ο νεαρός δημιουργός, όταν πρωτοξεκίνησε το πρότζεκτ του. Κι όμως, εκείνος επέμενε, παρά την απαισιοδοξία των ανθρώπων για να κάνει την ιδέα του πράξη. Μια πρωτότυπη ιδέα που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος στο πανεπιστήμιο του Μάλμε στη Σουηδία. Ο Μέγιερ σπούδασε διαδραστικό design στη Γερμανία. Οι ανεκτίμητες πληροφορίες του ΝΟΤΑ, ενός Ινστιτούτου για Τυφλούς Ανθρώπους, με έδρα την πατρίδα του, τη Δανία, αλλά και οι συμβολές των ανθρώπων χωρίς όραση που συνάντησε εκεί, με επικεφαλής τον Μάικλ Ντρεντ, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο ώστε να γυρίσει πίσω στη Δανία και να ολοκληρώσει εκεί το πείραμά του.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Life» και φανερώνει αμέσως το οικείο θέμα του κόμικ, το οποίο περιγράφει την ιστορία ενός κύκλου… «Ζωής». Δύο χαρακτήρες συναντιούνται, ερωτεύονται και κάνουν οικογένεια. Το παιδί μεγαλώνει, φεύγει από κοντά τους και εκείνοι γερνούν και πεθαίνουν. Δεν υπάρχουν λέξεις, ούτε χρώματα, και κάθε χαρακτήρας αναπαρίσταται από έναν απλό, χειροπιαστό κύκλο. Χρησιμοποιώντας ένα σύστημα που παρήγαγε γεωμετρικά σχήματα και έναν εκτυπωτή για γραφή Μπράιγ, αναπαράστησε τον κάθε ήρωα με έναν απλό κύκλο. Οι τρεις κύκλοι της ιστορίας διαφέρουν στο ύψος, στο μέγεθος αλλά και στην υφή, ώστε να γίνονται εύκολα αντιληπτοί από όλους. Ο ένας κύκλος εξασθενεί, ενώ ο άλλος γεμίζει στο κέντρο. Κι αυτό γιατί ο στόχος του ήταν διττός: τo κόμικ του ήθελε να διαβάζεται και να κατανοείται όχι μόνο από τους ανθρώπους χωρίς όραση αλλά και από όσους βλέπουν κανονικά.

Το κόμικ έχει ουδέτερο φύλο
Λίγο πριν από το τελευταίο στάδιο, ο Μέγιερ έδωσε σε μερικούς τυφλούς αναγνώστες να διαβάσουν την ιστορία του. Πολλοί από αυτούς τα κατάφεραν, ενώ άλλοι δεν μπόρεσαν να συνδυάσουν τον τίτλο με το θέμα. Έτσι, ο Μέγιερ, ύστερα από μερικές βελτιώσεις, αποφάσισε ότι η ιστορία του θα είναι ανοιχτή σε οποιαδήποτε ερμηνεία. «Μπορεί να είναι ακόμα και ένα λεσβιακό ζευγάρι που υιοθέτησε ένα παιδί», έχει πει ο ίδιος. Πάντως, η γραφική απόδοση του μυθιστορήματος δημοσιεύτηκε και σε ψηφιακή μορφή, στην επίσημη ιστοσελίδα του Μέγιερ. Αν κάνεις διπλό κλικ πάνω στους κύκλους - ήρωες, μπορείς να αλλάξεις το χρώμα τους, επηρεάζοντας τα γονίδια. Για παράδειγμα, αν «ζωγραφίσεις» τον έναν γονιό κίτρινο και τον άλλον μπλε, τότε το παιδί γίνεται πράσινο.
Το success story του δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια ευφυέστατη πράξη αγάπης ενός ανθρώπου που το αντικείμενο των σπουδών του απέχει από τη δημιουργία ενός τέτοιου κόμικ. Γιατί αν ο Μέγιερ απέδειξε πως ένας φοιτητής μπορεί να φτιάξει μία απλή ιστορία με κύκλους, τότε κι άλλοι κομίστες στο μέλλον θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμά του και να αποδώσουν τις ιστορίες των γνωστών υπερ-ηρώων με το σύστημα Μπράιγ.

Κάτι ακόμα...
Ήταν θέμα τέχνης. Ο Φίλιπ Μέγιερ δημιούργησε το κόμικ επειδή, όπως λέει, το μεγαλύτερο μέρος του υλικού που βρίσκεται σε Μπράιγ γραφή στοχεύει στην πληροφορία και όχι στην τέχνη.
Όταν ο τυφλός συνεργάτης του, Μάικλ Ντρεντ, διάβασε για πρώτη φορά το κόμικ του, έφτιαξε αμέσως μια ιστορία αγάπης. «Ήταν από τις καλύτερες στιγμές της ζωής μου», εξομολογείται ο Μέγιερ.
Η όλη διαδικασία κράτησε εφτά εβδομάδες. «Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να αναπαραστήσεις ένα κόμικ. Δεν ήθελα να μεταφέρω απλώς τυπικά κόμικς σε ανάγλυφες εικόνες, γιατί αυτό δεν θα ήταν επαρκές. Οι τυφλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο διαφορετικά».
Γι’ αυτόν ήταν απλώς ένα πείραμα, που πιθανώς δεν θα συνεχίσει με τη δημιουργία παρόμοιων. Ελπίζει, όμως, το «Life» να αποτελέσει έμπνευση για άλλους δημιουργούς.
Μέχρι στιγμής, για τους ανθρώπους χωρίς όραση δημιουργούνται ηχητικές εκδοχές των κόμικς. Οι συντάκτες του «Daredevil», Μάρκος Μάρτιν και Πάολο Ριβέρα, ενός τυφλού υπερ-ήρωα της Marvel, είχαν δημιουργήσει μία τέτοια εκδοχή.

Πηγή: topontiki.gr

22/09/2013

«Προσεγγίσεις της ψευδοθεωρίας του ρατσισμού. Κριτήρια ανίχνευσης ρατσιστικών προτύπων» (pdf)


Ένα ενδιαφέρον άρθρο της Βούλας Παπαγιάννη που διαπραγματεύεται: τι είναι ρατσισμός, μορφές, η μισαλλοδοξία, πως εξηγείται, ενθοκεντρισμός, προκαταλήψεις, διακρίσεις, ρατσιστικά πρότυπα σε βιβλία και ΜΜΕ, κριτήρια ανίχνευσης κ.α.

Από την έκδοση «Διαπολιτισμική εκπαίδευση - Θεωρία και πράξη»   (επιμέλεια: Μάρκου Γεώργιος, Παρθένης Χρήστος), Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 2011. Σελίδες 72-101.

Κατεβάστε το σε pdf εδώ

Αντιρατσιστικό αλφαβητάρι (για παιδιά νηπιαγωγείου, Α και Β Δημοτικού)


Πρόκειται για ένα εικονογραφημένο αλφαβητάρι που περιλαμβάνει λέξεις που προδίδουν ρατσιστική ή αντιρατσιστική σκέψη, γλώσσα και συμπεριφορά. Απευθύνεται σε όλους τους μαθητές (γηγενείς και μη) που φοιτούν σε πολυπολιτισμικές τάξεις, στο εκπαιδευτικό επίπεδο του νηπιαγωγείου και της Α΄και Β΄Δημοτικού. Περιέχει παιδικές ζωγραφιές και έντονα χρώματα που μπορούν να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των παιδιών της προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας.

Κάθε σελίδα του ουσιαστικά αποτελεί ένα πολυτροπικό κείμενο που μπορεί να υποστηρίξει ανοιχτές μορφές διδασκαλίας και πολυτροπική έκφραση των παιδιών.

Το αλφαβητάρι αυτό βοηθά τους μικρούς μαθητές στην παραγωγή προφορικού λόγου, την κατανόηση του λεξιλογίου και των λεπτών διακρίσεων ανάμεσα στις λέξεις, και γίνεται αφορμή για συζήτηση στην τάξη, αναφορά παραδειγματικών επικοινωνιακών καταστάσεων όπου χρησιμοποιούνται οι λέξεις που περιλαμβάνει, δραματοποιήσεις και παιχνίδια ρόλων.

Είναι μια έκδοση του Κέντρου Διαπολιτισμικής Αγωγής του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2007). Συγγραφέας η Βούλα Παπαγιάννη.

Περισσότερες πληροφορίες και το κείμενο σε pdf εδώ

ΠΡΟΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ – ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ: Σχέδιο δράσης για την πρόληψη ή/και την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων

Σχέδιο δράσης για την πρόληψη ή/και την καταπολέμηση του ρατσισμού και των διακρίσεων κάθε είδους, για την ανάδειξη της σημασίας της διαφορετικότητας καθώς και για την καταπολέμηση της βίας στα σχολεία.

Έκδοση: 2010

Δείτε ή κατεβάστε τον οδηγό σε pdf εδώ

"Οδηγός αντιρατσιστικής εκπαίδευσης" για εκπαιδευτικούς (σε pdf)


Το βιβλίο αυτό αν και αναφέρεται σε τραγικές καταστάσεις και απάνθρωπα φαινόμενα, είναι ένα βιβλίο που φέρνει αισιοδοξία στην εκπαίδευση και, συνεπώς, φέρνει αισιοδοξία σε ολόκληρη την κοινωνία. Δείχνει ότι η αντιρατσιστική εκπαίδευση είναι δυνατή σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα στο πλαίσιο του ισχύοντος αναλυτικού προγράμματος, εφαρμόζεται με οποιοδήποτε μοντέλο διδασκαλίας και δεν προϋποθέτει την ύπαρξη προκατασκευασμένου διδακτικού υλικού. Είναι ένα βιβλίο για όλους τους ανθρώπους που ενδιαφέρονται να κατανοήσουν το φαινόμενο του ρατσισμού και να το αντιμετωπίσουν με επιτυχία.

Εκδόσεις: Ελληνικά Γράμματα, 2007


Το βιβλίο υπάρχει στο διαδίκτυο σε μορφή pdf